Το χρονικό της εδραίωσης του ρόλου των ουλεμάδων της Τουρκίας. [Μέρος δεύτερο]

fig2ulemacropped1_0

Από ελεύθερη μετάφραση

by Ceren Lord

Διαβάστε το πρώτο μέρος εδώ

Η ισλαμιστική ατζέντα της Διεύθυνσης

Η θεσμική επέκταση της Διεύθυνσης και της θρησκευτικής υποδομής ευρύτερα, δεν ήταν απλώς προϊόν του ΑΚΡ και των πολιτικών της κυβέρνησης. Η Διεύθυνση εκμεταλλεύτηκε τις ευκαιρίες που δημιούργησε η κυβέρνηση του ΑΚΡ, προωθώντας  τη δική της ατζέντα. (Αυτή η ατζέντα, σύμφωνα με την ίδια τη Διεύθυνση, είναι να προωθήσει την “παραδοσιακή αποστολή” του οθωμανικού Shaykh al-Islām, όπου ο Diyanet θεωρεί τον εαυτό του “ιστορικά ριζωμένο”.)

Η προσπάθεια επέκτασης των θρησκευτικών υποδομών συνοδεύτηκε με συνεχείς επιθέσεις κατά της κοσμικότητας και του κοσμικού νομικού πλαισίου. Μετά από μια σειρά τρομοκρατικών επιθέσεων το 2015, ο Görmez δήλωσε ότι ο κοσμικός χαρακτήρας ήταν υπεύθυνος για τον “ολοκληρωτικό πόλεμο”. Υποστήριξε ότι η περισσότερη θρησκεία ήταν το αντίδοτο για τη σύγκρουση με τους ριζοσπάστες ισλαμιστές, ‘’οι οποίοι έμαθαν το Ισλάμ με λανθασμένο τρόπο.» Ο νέος διευθυντής της Διεύθυνησης,  Ali Erbaş,  υπογράμμισε την πάλη των ουλεμάδων κατά του κοσμικού χαρακτήρα, υποσχόμενος «να εργαστούμε σκληρότερα για να προσεγγίσουμε την ανθρωπότητα, η οποία υποφέρει από την κοσμικότητα […] και να μεταφέρει στην ανθρωπότητα το αιώνιο μήνυμα του Αλλάχ». 

Μια πρόσφατη νομοθεσία που εξουσιοδοτεί τους μουφτήδες της Διευθυνησης να εκτελούν πολιτικούς γάμους, οι οποίοι προηγουμένως εκτελούνταν από δημοτικές αρχές, θεωρήθηκε ως μια επίθεση ενάντια κοσμικό νομικό πλαίσιο, ιδίως τον αστικό κώδικα που εγκρίθηκε το 1926. Αυτή η νέα νομοθεσία που προτάθηκε από βουλευτή του AKP με την υποστήριξη του Görmez, προτάθηκε και στο παρελθόν από το ‘’Diyanet-Sen’’, το συνδικάτο της Διεύθυνσης. Το συνδικάτο έχει επίσης επιδιώξει το διορισμό ουλεμάδων ως «θρησκευτικών ψυχολόγων» σε νοσοκομεία και ως θρησκευτικό προσωπικό στο στρατό. Πολλά από αυτά τα αιτήματα έχουν πραγματοποιηθεί στην εποχή του ΑΚΡ.

Η Διεύθυνση έχει επιδιώξει να επανακτήσει την επιρροή της στην εκπαίδευση. Το κλείσιμο των θρησκευτικών σχολών (medreses) το 1924 και η συνακόλουθη απώλεια του ελέγχου της εκπαίδευσης από τους ουλεμάδες, η οποία μεταφέρθηκε στο Υπουργείο Παιδείας, σηματοδότησε τη μείωση του ρόλου της Διεύθυνσης. Και εδώ, το AKP έχει προετοιμάσει το έδαφος για μεγαλύτερη συνεργασία μεταξύ του Υπουργείου Παιδείας και της Διεύθυνσης. Η συνεργασία αυτή συμπεριέλαβε τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση του αναλυτικού προγράμματος της θρησκευτικής εκπαίδευσης και, στα τέλη του 2017, με τη μεταφορά περισσότερων από 5.000 υπαλλήλων της στο υπουργείο Παιδείας.

Οι φιλοδοξίες της Διεύθυνσης υπογραμμίστηκαν από τον νέο επικεφαλής της, Ali Erbaş, όταν δήλωσε ότι το ίδρυμα «θα ενισχύσει» τη συνεργασία του με τις (ισλαμικές) θρησκευτικές δευτεροβάθμιες σχολές (imam-hatips) και τις θεολογικές σχολές. Ωστόσο, μαζί με την ώθηση για επέκταση της υποδομής πίσω από τη θρησκεία, η Διεύθυνση επιδιώκει να διατηρήσει το μονοπώλιό της στη θρησκευτική ζωή. Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 2016, το θεσμικό όργανο ζήτησε μεγαλύτερο έλεγχο και πόρους για την παρακολούθηση των εντολών tariqat για την αποτροπή της ανόδου οργανισμών όπως οι Γκιουλενιστές. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ως μια ευκαιριακή κίνηση που στοχεύει στην εκ νέου επιβεβαίωση της εξουσίας και του μονοπωλίου του θεσμού.

Από τους Ουλεμάδες στη Διεύθυνση Θρησκευτικών Υποθέσεων

Η ίδρυση της Διεύθυνσης το 1924 αντιμετωπίζεται συχνά ως «έτος μηδέν», αφού περνάμε από τις σχέσεις κράτους-θρησκείας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε εκείνες της κοσμικής Τουρκικής  Δημοκρατίας. Αυτή η ψευδαίσθηση ενός ρήγματος μεταξύ των δύο περιόδων και την περιθωριοποίηση των ουλεμάδων, ενισχύθηκε και από την εγκατάλειψη του όρου ‘’ουλεμάδες’’ κατά τη διάρκεια της μονοκομματικής περιόδου. Ακόμη και σήμερα, επιστημονικές και μη επιστημονικές αναλύσεις για τη Διεύθυνση σπάνια χρησιμοποιούν τον όρο ουλεμάδες, ενισχύοντας την ψευδαίσθηση της περιθωριοποίησης των ουλεμάδων. Ωστόσο, όπως έδειξαν ιστορικοί όπως ο Amit Bein, το 1924 η Διεύθυνση δεν αντικατέστησε αλλά απορρόφησε τον θεσμό των ουλεμάδων. Αυτή η ιστορική σχέση με τους ουλεμάδες της οθωμανικής περιόδου, είναι η απόδειξη ότι η Διεύθυνση είναι η φυσική συνέχεια των ουλεμάδων και όχι ένας νέος θεσμός.

Ακόμα μια απόδειξη της συνέχειας των δύο θεσμών, είναι ο τρόπος αντιμετώπισης της κοινότητας των Αλεβιτών από την Διεύθυνση. Η Διεύθυνση, βασιζόμενη στους πυλώνες του ορθόδοξου σουννιτικού Ισλάμ, της σχολής των Χανεφί, θεωρεί τους Αλεβίτες αιρετικούς. Η Διεύθυνση είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο στις απαιτήσεις των Αλεβιτών, που έχουν να κάνουν με την επίσημη αναγνώριση των χώρων λατρείας τους αλλά και στις απαιτήσεις τους για ίσα δικαιώματα. Με αυτό τον τρόπο η Διεύθυνση επεμβαίνει στη διαμόρφωση του πλαισίου της εθνικής ταυτότητας και της ιθαγένειας.

Η θέση της Διεύθυνσης ως μια παγκόσμια Ισλαμική Αρχή

Η αυξανόμενη επιρροή της Διεύθυνσης εκτείνεται πολύ πέρα από τα σύνορα της Τουρκίας. Περιλαμβάνει την παροχή θρησκευτικών υπηρεσιών σε Τούρκους και Μουσουλμάνους πολίτες σε ολόκληρη την Ευρώπη τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980 και στην Κεντρική Ασία και τα Βαλκάνια από τη δεκαετία του 1990. Ο τομέας των δραστηριοτήτων της έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια και περιλαμβάνει πολιτικές που στοχεύουν στις κοινότητες Alevi-Bektashi στα Βαλκάνια, αποστολή ανθρωπιστικής βοήθειας στην Αφρική, υποτροφίες ισλαμικής εκπαίδευσης σε φοιτητές σε όλο τον κόσμο και αυξανόμενη παρουσία στη Μέση Ανατολή .

Η διεύθυνση είναι ιδιαίτερα ενεργή στη Συρία, όπως αποκάλυψε ο Moaz al-Khatib. Ο Moaz al-Khatib είναι πρώην πρόεδρος των Σύρων ανταρτών, πρώην ιμάμης του τζαμιού Umayyad στη Δαμασκό και μέλος διάφορων ομάδων που έχουν στενή ιδεολογική συγγένεια με τους Αδελφούς Μουσουλμάνους.

Η διεύθυνση απέστειλε μουφτήδες ως απεσταλμένους και συντονιστές σε περιοχές που κατέλαβε η Τουρκία στο πλαίσιο της επιχείρησης Ασπίδα του Ευφράτη. Οι μουφτήδες εμπλέκονται στην αποκατάσταση κατεστραμμένων τζαμιών και στο διορισμό εκατοντάδων Σύριων ιμάμηδων και γυναικών εκπαιδευτών του Κορανίου για να υπηρετήσουν σε αυτές τις περιοχές και σε καταυλισμούς προσφύγων στη Συρία. Επιπλέον, η διεύθυνση εκπαιδεύει τους σύριους ουλεμάδες σε νέα εκπαιδευτικά κέντρα, όπως στο Γκαζιαντέπ, μια πόλη στη νοτιοανατολική Τουρκία. Μια σημαντική πτυχή του έργου της διεύθυνσης είναι ο πρωταγωνιστικός ρόλος που διαδραμάτισε στην εκπαίδευση νεαρών Σύριων για να «τα προστατεύσουν» από τη «χειραγώγηση» των τρομοκρατικών οργανώσεων. Το Ίδρυμα της διεύθυνσης Diyanet συνεργάστηκε με το Υπουργείο Παιδείας και το Ίδρυμα Ανθρωπιστικών Υπηρεσιών του Thani bin Abdullah για την έκδοση τεσσάρων εκατομμυρίων σχολικών βιβλίων για τα παιδιά της Συρίας.

Σε γενικές γραμμές, αυτές οι κινήσεις αντιπροσωπεύουν μια ευρύτερη ατζέντα της τοποθέτησης της Διεύθυνσης ως ισλαμική αρχή πέρα από την Τουρκία. Στο πνεύμα αυτό, ο επικεφαλής της έχει δηλώσει:  ‘’η Διεύθυνση δεν είναι μόνο τουρκική αλλά ανήκει σε όλους τους Μουσουλμάνους.’’

Αυτός ο διεθνής προσανατολισμός δεν είναι ανεξάρτητος από τις προσπάθειες του AKP για να καταστήσει την Τουρκία ως ηγέτιδα του μουσουλμανικού κόσμου.

Μια άλλη πτυχή της προσπάθειας της Διεύθυνσης για παγκόσμια εμβέλεια είναι η βαθιά σχέση της με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα, με την οποία η κυβέρνηση του ΑΚΡ έχει ισχυρή ιδεολογική  συνάφεια.

Πηγή: http://www.merip.org/mero/mero020418

This entry was posted in Uncategorized. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

w

Connecting to %s