Αυτοδιάθεση των μειονοτήτων και διεθνείς σχέσεις

οηε

του Χρήστου Ιακώβου

Στις 21 Ιουλίου του 2010 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης ανακοίνωσε τη συμβουλευτική του γνωμάτευση σχετικά με το κατά πόσο η ανακηρυγμένη ανεξαρτησία του Κοσσυφοπεδίου είναι σύννομη με το Διεθνές Δίκαιο. Η απόφαση, ότι δηλαδή η κήρυξη το 2008 από το Κοσσυφοπέδιο της ανεξαρτησίας του δεν συνιστά παραβίαση της διεθνούς νομοθεσίας, εξεδόθη μετά από προσφυγή της Σερβίας στο Διεθνές Δικαστήριο. Αιτιολογώντας την απόφαση, το δικαστήριο επισήμανε ότι δεν υπάρχει καμία διάταξη στο Διεθνές Δίκαιο που να απαγορεύει τις διακηρύξεις ανεξαρτησίας.

Από τη στιγμή που η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ έστειλε την υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο, το θέμα έλαβε πρωτότυπο χαρακτήρα γιατί ουδέποτε άλλοτε στη ιστορία του το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δεν εξέταζε θέμα εδάφους το οποίο να έχει κηρύξει ανεξαρτησία από την επικράτεια κράτους-μέλους του ΟΗΕ, χωρίς τη συγκατάθεση του τελευταίου. Ως εκ τούτου, η απόφαση δημιουργεί δεδικασμένο, ενισχύοντας ανάλογα αιτήματα και σε άλλες περιοχές του πλανήτη, όπερ και εγένετο, π.χ. με τη Σκωτία, την Καταλονία και το Ιρακινό Κουρδιστάν.

H εξέλιξη αυτή έφερε στην επιφάνεια μία ξεχασμένη για δεκαετίες διάσταση των διεθνών σχέσεων και κατέδειξε κάποια συμπεράσματα όσον αφορά την πολιτικοποίηση των μειονοτήτων και τη διεθνή διάσταση που μπορεί να λάβει ένα μειονοτικό πρόβλημα. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου το πρόβλημα των μειονοτήτων εθεωρείτο οριακό, στοιχείο που χαρακτήριζε τον Τρίτο Kόσμο, κυρίως τη Mέση Aνατολή και την Αφρική. Το πρόβλημα αυτό υπήρξε, σε μεγάλο βαθμό, το ιστορικό προϊόν αυθαιρέτων καθορισμών συνόρων κατά τη μετάβαση από την αποικιακή στη μετααποικιακή τάξη πραγμάτων. Σήμερα, η Eυρώπη καλείται να προλάβει εθνοτικές διενέξεις, να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά υπάρχουσες πριν αυτές αποβούν βίαιες, εμπόλεμες ή αποσχιστικές. Ήδη, πέραν της Ανατολικής Eυρώπης και της Ρωσίας, ορισμένες χώρες της Δυτικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρό πρόβλημα εθνοτικών διενέξεων, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (καθολικοί Βορειοϊρλανδοί, Σκωτσέζοι, Ουαλοί), η Iσπανία (Bάσκοι και Kαταλανοί) και το Βέλγιο (Bαλλόνοι και Φλαμανδοί).

Για την κατανόηση της πολιτικοποίησης μιας μειονότητας και της διεθνούς διάστασης που μπορεί να πάρει ένα μειονοτικό πρόβλημα πρέπει κανείς να προσεγγίσει το ζήτημα μέσα από δύο οπτικές γωνίες: α) από την πλευρά του κράτους και της εξουσίας και β) από την πλευρά της πολιτικής ανάπτυξης και συμπεριφοράς της μειονότητας. Tα βασικά ερωτήματα που τίθενται σ’ αυτή την περίπτωση είναι: Ποια είναι η συμπεριφορά του κράτους σε μια μειονότητα; Πώς αντιμετωπίζει ένα κράτος μια μειονότητα, όταν αυτή εκδηλώνει αποκεντρωτικές τάσεις; Ποια η αντίδραση της μειονότητας; Ποιοι παράγοντες λειτουργούν καταλυτικά προς την κατεύθυνση της σύγκρουσης κράτους – μειονότητας;

H μελέτη της πολιτικοποίησης της μειονότητας και της υιοθέτησης της βίας ως μέσου πολιτικής πρακτικής από τη μειονότητα εναντίον του κράτους καταδεικνύει ότι τέτοια περίπτωση μπορεί να εκδηλωθεί αν συντρέχουν κάποιες θεμελιώδεις προϋποθέσεις:

1) Εάν αποτελεί ή αν θεωρεί τον εαυτό της ξεχωριστή κοινότητα από την κυρίαρχη κοινότητα ή εθνότητα σε ένα κράτος.

2) Εάν υφίσταται διακρίσεις ή θεωρεί ότι υφίσταται διακρίσεις και καταπίεση από την κυρίαρχη πλειοψηφία.

3) Εάν η μειονότητα είναι συγκεντρωμένη και ζει ιστορικά σε μια περιοχή, που σε αριθμούς συναγωνίζεται ή υπερτερεί της πλειοψηφίας.

4) Εάν γειτονικό κράτος την ενισχύει και τη χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης εναντίον του κράτους μέσα στο οποίο ζει. H τάση αυτή για πολιτικοποίηση και εξέλιξή της σε αυτονομιστική μπορεί να ενισχυθεί αν η μειονότητα θεωρεί τον εαυτό της μέρος γειτονικού έθνους – κράτους.

Όταν μελετά κανείς την πολιτικοποίηση της μειονότητας μέσα από το πλαίσιο του εσωτερικού περιβάλλοντος ενός κράτους, το πιο πιθανόν, είναι να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το κράτος, με την πολιτική συμπεριφορά του είναι αυτό που έχει την ουσιαστική ευθύνη για την ενίσχυση ή αποτροπή της αυτονομιστικής τάσης μιας μειονότητας. Αυτό όμως μπορεί να οδηγήσει σε παραπλανητικά συμπεράσματα.

Το ζήτημα του Κοσσυφοπεδίου έχει θέσει ένα άλλο βασικό ερώτημα. Πότε ένα μειονοτικό πρόβλημα παίρνει διεθνή διάσταση ανάλογη με αυτή που γνωρίσαμε κατά την κρίση στην πρώην γιουγκοσλαβική επαρχία;

Θα μπορούσε κανείς να ερμηνεύσει τη διεθνή διάσταση του ζητήματος του Κοσσυφοπεδίου με μια απλή επίκληση του διεθνούς δικαίου και της διεθνούς έννομης τάξης. Όμως σε τέτοια περίπτωση τα επιχειρήματα θα εξαντληθούν όταν προσπαθήσει κανείς να παραλληλίσει το μειονοτικό ζήτημα στο Κοσσυφοπέδιο με το κουρδικό πρόβλημα, για παράδειγμα, στην Τουρκία και το Ιράκ, όπου η αντίδραση και ανταπόκριση της διεθνούς κοινότητας είναι εντελώς διαφορετική.

H διεθνής διάσταση και δυναμική που πήρε το μειονοτικό πρόβλημα στο Κοσσυφοπέδιο συγκρινόμενο με το κουρδικό ζήτημα στο Ιράκ, μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα, καταδεικνύει ότι το διεθνές σύστημα δε λειτουργεί όπως η εσωτερική έννομη τάξη αλλά με βάση το συσχετισμό συμφερόντων και ότι το διεθνές δίκαιο προσαρμόζεται στη λογική αυτού του συσχετισμού. Παράλληλα, η δράση και η αποτελεσματικότητα των διεθνών θεσμών προσδιορίζονται από τους εκάστοτε συσχετισμούς δυνάμεων. Στη διεθνή κονίστρα υπάρχουν τόσες θέσεις περί δικαιοσύνης και ηθικής όσες και οι κοινωνίες που αντιπροσωπεύονται από κράτη στους διεθνείς οργανισμούς.

Στο διεθνές σύστημα απουσιάζει η παγκόσμια ρυθμιστική εξουσία ηθικού χαρακτήρα και το κενό αυτό καλύπτεται πάντοτε από τις ηγεμονικές σκοπιμότητες. Επομένως, η προσπάθεια ανάλυσης τέτοιων περιπτώσεων μέσω της διαρκούς επίκλησης ιδεολογιών και ιδεολογημάτων που αντλούν φιλοσοφική και επιστημονική νομιμότητα από ένα φαντασιακό σύστημα διεθνούς ηθικής και ταυτόχρονα αγνοούν το συσχετισμό συμφερόντων και ισχύος καταδεικνύει αδυναμία θέασης της ιστορίας με τους όρους της πραγματικότητας.

ΑΠΟΦΥΓΗ ΤΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗΣ ΠΕΠΑΤΗΜΕΝΗΣ

Αν η διεθνής κοινότητα θέλει να αποφύγει τη βρετανική πεπατημένη στην Παλαιστίνη, που δημιούργησε ένα από τα πιο πολύπλοκα διεθνή προβλήματα (Μεσανατολικό) θα πρέπει να αποδείξει ότι δεν επεδίωξε απλώς και μόνο να επωφεληθεί από την κουρδική δυσχέρεια στο Ιράκ, περιοριζόμενη μέχρι των σημείων της ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν και της ήττας του Ισλαμικού Κράτους. Έχουν κερδίσει την εμπιστοσύνη των Κούρδων του Ιράκ παραδεχόμενοι την εθνική τους ταυτότητα και το ιστορικό εθνικό τους κίνημα, καθώς επίσης και τα δικαιώματα που αυτά συνεπάγονται και από την άλλη οι Κούρδοι προσέφεραν ως αντάλλαγμα τη αναγκαία στρατιωτική βοήθεια για την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν και για τη νίκη επί του Ισλαμικού Κράτους. Για άλλη μία φορά, μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η τελική επιλογή των Κούρδων του Ιράκ θα εξαρτηθεί σε καθοριστικό βαθμό από τη στάση που θα τηρήσει η Δύση, αν και πιστεύω ότι στην ιστορία τίποτα δεν μπορεί να αποτρέψει μία ιδέα που έφθασε η ώρα της και κάτι που στο πρόσφατο παρελθόν φαινόταν ενδεχόμενο να μετατραπεί, εκ των πραγμάτων, σε γεγονός στο εγγύς μέλλον.

Κουρδικό: Η εκδίκηση της Ιστορίας

Μετά το τέλος του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, οι τότε Μεγάλες Ευρωπαϊκές Δυνάμεις, προσπαθώντας να εδραιώσουν τα στρατηγικά τους συμφέροντα επέβαλαν αποικιακές λύσεις στη Μέση Ανατολή. Αυτή η εξέλιξη ήλθε σε αντίθεση με τις προσδοκίες αρκετών λαών της περιοχής που πίστευσαν ότι η διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα οδηγούσε στην ανεξαρτησία τους. Από αυτή την πραγματικότητα δεν εξηρέθησαν και οι Κούρδοι, οι οποίοι παρά τις βάσιμες ελπίδες που τους δημιούργησε η Συνθήκη των Σεβρών (1920), τα βρετανικά συμφέροντα το απέτρεψαν και τους ανάγκασαν να ζήσουν ως μειονότητες στην Τουρκία, το Ιράκ, το Ιράν και τη Συρία. Μετά τον πρόσφατο πόλεμο στον Ιράκ, το Κουρδικό ζήτημα επανήλθε στο προσκήνιο της διεθνούς πολιτικής αλλά αυτή τη φορά με διαφορετικό ρυθμιστικό παράγοντα στη διεθνή σκακιέρα και με πρωταγωνιστές μόνο τους Κούρδους του Βορείου Ιράκ.

Η άτυπη ανεξαρτησία που απολαμβάνουν οι Κούρδοι στο Βόρειο Ιράκ μετά το 1991, έχει προσφέρει μέχρι στιγμής μία μακρά και άνευ προηγουμένου γεύση του καρπού της ελευθερίας και παράλληλα, επιτείνει την αγωνία και τις απαιτήσεις, τόσο των ηγετών όσο και της ίδιας της κουρδικής κοινωνίας, για το τι μέλλει γενέσθαι στο υπό πολιτειακή διαμόρφωση Ιράκ μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν το 2003.

Ο τρόπος με τον οποίο εξελίχθηκε ο πόλεμος καθώς επίσης και οι νέες πολιτικές συνθήκες που προκάλεσε η ανατροπή του Μπααθικού καθεστώτος, δημιούργησαν βάσιμες ελπίδες ανάμεσα στους Κούρδους να επαναδιεκδικήσουν τα κεκτημένα που εξασφάλισαν μέσα από μακρούς και αιματηρούς αγώνες σε διάφορες φάσεις της σύγχρονης ιρακινής ιστορίας, όπως τη συμφωνία για αυτονομία της 11ης Μαρτίου 1970.

Σήμερα, οι Αμερικανοί και πιο γενικά ο δυτικός κόσμος, παίζουν τον ιστορικό ρόλο που διαδραμάτισαν οι Βρετανοί στην εδαφική και πολιτική διαμόρφωση του Ιράκ μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου. Τότε οι Βρετανοί άφησαν ανεκπλήρωτες τις μεγάλες προσδοκίες του κουρδικού εθνικού κινήματος, τις οποίες δημιούργησε η νέα τάξη πραγμάτων μετά την κατάρρευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Για τα οράματα των Κούρδων, ο πόλεμος για το νέο Ιράκ είναι επανάληψη του ιδίου σεναρίου με σχεδόν διαφορετικούς πρωταγωνιστές στη Δύση, μόνο που αυτή τη φορά ευελπιστούν ότι μπορούν να περιμένουν κάτι καλύτερο.

Η αυτονομία των Κούρδων στο Β. Ιράκ και οι εθνικές φιλοδοξίες τους για ίδρυση ανεξάρτητου κουρδικού κράτους είχαν προκαλέσει μεγάλο πονοκέφαλο στις ΗΠΑ, δυσκολεύοντας επί μακρόν τα σχέδια που προωθούσαν κατά καιρούς για μεταβίβαση της εξουσίας στους Ιρακινούς στο πλαίσιο της νέας τάξης πραγμάτων στο κράτος της Μεσοποταμίας.

Ιδιαιτέρως, οι Αμερικανοί ανησυχούσαν και ανησυχούν ότι οι διεκδικήσεις που προβάλλουν οι Κούρδοι στα πετρέλαια του Κιρκούκ και της Μοσούλης, εύκολα μπορούν να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση της χώρας με πιθανότητα διεύρυνσής της σε περιφερειακή, καθώς οξύνονται οι ανησυχίες γειτονικών κρατών όπως της Τουρκίας και του Ιράν. Σήμερα, φαίνεται εξαιρετικά αδύνατο, ακόμη και κάτω από τις καλύτερες συνθήκες να εγκαταλείψουν οι Κούρδοι το εθνικό όραμα της ανεξαρτησίας, το οποίο ενισχύθηκε μετά το πρόσφατο δημοψήφισμα. Η διατήρηση της αυτονομίας είναι το λιγότερο που μπορούσαν να απαιτήσουν μετά την ανατροπή του Σαντάμ Χουσείν. Το δημοψήφισμα για ανεξαρτησία προέκυψε ως φυσιολογική εξέλιξη για τα όσα έγιναν στο Ιράκ και τη Συρία μετά το 2003, με έμφαση τα τελευταία χρόνια που η δράση των Κούρδων έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ανάσχεση του Ισλαμικού Κράτους. Γι’ αυτό και οι Αμερικανοί σήμερα φαίνονται διατεθειμένοι να το αποδεχθούν αλλά υπό όρους, χωρίς βεβαίως να το δηλώνουν άμεσα.

Το ερώτημα όμως που πλανάτο από το 2003 είναι: πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η κουρδική αυτονομία χωρίς να προκαλέσει αποσχιστικές φιλοδοξίες στους κόλπους των Σιιτών, που αποτελούν το 55% του ιρακινού πληθυσμού; Σήμερα πλανάται πλέον το ερώτημα πώς θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή η κουρδική ανεξαρτησία χωρίς να προκαλέσει γεωστρατηγικές επιπλοκές και αναταράξεις στη Μέση Ανατολή. Αν πριν μερικά χρόνια το Κουρδικό Ζήτημα στο Ιράκ έχει πρωτίστως εσωτερικό χαρακτήρα και αφορούσε την εσωτερική συνοχή του μετα-Σανταμικού κράτους, σήμερα έχει πάρει περιφερειακές διαστάσεις που αγγίζουν τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της περιοχής.

Πηγή: Φιλελεύθερος

This entry was posted in Cyprus - Turkey, Security, Turkey - Europe, Turkish Invasion of Cyprus. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s