Γνωμοδότηση του δικηγόρου Χρήστου Παπασωτηρίου: Η Συνθήκη Εγγυήσεων της Κύπρου είναι άκυρη εξ υπ’ αρχής

crans-montana-protagonists

ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΙΣ 

            Συνταχθείσα κατά τις σχετικές περί γνωμοδοτήσεων διατάξεις τού Κώδικος Δικηγόρων υπό του Δικηγόρου Αθηνών Χρήστου Ι. Παπασωτηρίου.

         

 ΖΗΤΗΜΑ: Η παρούσα γνωμοδότησις αφορά στην επί της υπ’ αριθ. 2658/1979 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών αποκλίνουσαν γνώμην τού Τούρκου δικαστού κ. Mettin A. Hakki, η οποία, απτομένη ζητημάτων σχετιζομένων με την Συνθήκην εγγυήσεως συναφθείσαν μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας αφ’ ενός και Τουρκίας, Ελλάδος και Ηνωμένου Βασιλείου αφ’ ετέρου, περιλαμβάνεται στην από 22ας Απριλίου 2008απόφασιν του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Ε.Δ.Α.Δ.) επί της υπ’ αριθ. 16219/90 ατομικής προσφυγής τού κ. Ιωάννου Δημάδη κατά Τουρκικής Δημοκρατίας.

            ΑΝΑΛΥΣΙΣ 

Στην ως άνω απόφασιν του Ε.Δ.Α.Δ. περιλαμβάνεται η αποκλίνουσα γνώμη τού Τούρκου δικαστούMettin A. Hakki, βάσει της οποίας το Εφετείον Αθηνών διά της υπ’ αριθ. 2658/1979 αποφάσεως φέρεται πως έκρινε ότι η Τουρκία εισέβαλε στην Κύπρο την 20ήν-7-1974 εις ενάσκησιν ‘νομίμου δικαιώματός’ της μετά το πραξικόπημα εις βάρος τού τότε Προέδρου τής Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄. Συγκεκριμένα ο ως άνω δικαστής διά της ανωτέρω αποκλινούσης γνώμης του φέρεται ως ‘αντιγράφων’ σ’ αυτήν, το εξής ως συμπεριληφθέν στην απόφαση του Ε.Δ.Α.Δ. επί της προσφυγής Δημάδη ‘απόσπασμα’ εκ του κειμένου τής υπ’ αριθ. 2658/1979 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών και αγγλιστί δήθεν ‘μετεφρασμένο’: On 15th July 1974, General Yoannidis, together with General Yorgitsis, the Commander of the Greek Regiment in Cyprus and General Yanakomidis organized a coup d’etat against Makarios with 102 other Greek officers. The President’s Palace in Nicosia was kept under fire by heavy weapons but President Makarios survived this attack through a miracle. After Greek officers violated the Cyprus Constitution, Nikos Sampson was appointed as the new president of Cyprus RepublicTurkey intervented (sic) to Cyprus using its legal right, on 20th July 1974[emphasis added].

            Προς εξέτασιν του ανωτέρω θέματος ανεζητήθη και ελήφθη εν πιστώ αντιγράφω από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους η υπ’ αριθ. 2658/1979 απόφασις του Εφετείου Αθηνών, η οποία επραγματεύθη το θέμα των έναντι τού Ελληνικού Δημοσίου αστικών αξιώσεων αποζημιώσεως συγγενών στρατιώτου (καταδρομέως) των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων θανόντος από φίλια πυρά κατά την αεροπορικήν αποστολήν ενισχύσεων στην Κύπρο την 22α Ιουλίου 1974.

            Στην υπ’ αριθ. 2658/1979 απόφασιν λοιπόν του Εφετείου Αθηνών και μεταξύ των άλλων αναγράφονται αυτολεξεί τα ακόλουθα: «Δυνάμει της Συνθήκης της Ζυρίχης η Ελλάς, η Τουρκία και η Αγγλία ανέλαβον ως εγγυήτριαι δυνάμεις την υποχρέωσιν όπως απαγορεύσουν πάσαν δράσιν σκοπούσαν εις την προώθησιν είτε της ενώσεως της Κύπρου μεθ’ οιουδήποτε άλλου κράτους είτε του διαμελισμού τής νήσου και γενικώς ηγγυήθησαν την ανεξαρτησίαν και ασφάλειαν της Δημοκρατίας τής Κύπρου. Κατά το πρώτον δεκαήμερον του Ιουλίου 1974 ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπος Μακάριος έχων βασίμους πληροφορίας ότι μερικοί εκ των εν Κύπρω υπηρετούντων Ελλήνων Αξιωματικών (ΕΛΔΥΚ – Εθνοφρουρά) συνωμότουν εις βάρος τής Κύπρου και της προσωπικής του ζωής, εζήτησεν από την τότε κυβέρνησιν Ανδρουτσοπούλου διορισθείσαν από τον δικτάτορα ταξίαρχον Δημ. Ιωαννίδην την αντικατάστασιν τούτων δι’ ετέρων αξιωματικών. Όμως, αντί άλλης επισήμου απαντήσεως, εξεδηλώθη την 15-7-1974 το παγκοίνως γνωστόν κατά Μακαρίου πραξικόπημα του Δημ. Ιωαννίδη, με συνεργούς τούς Μιχ. Γεωργίτσην, διοικητήν Εθνοφρουράς, Παν. Γιαννακοδήμον, ταξίαρχον και άλλους 102 αξιωματικούς, οίτινες, αφού διά των όπλων και των αφρόνων πράξεών των κατέλαβον το Προεδρικόν Μέγαρον, όπερ και εκάη, τού Προέδρου Μακαρίου διασωθέντος ως εκ θαύματος, και κατέλυσαν το συνταγματικόν καθεστώς της Κύπρου, διώρισαν προσωρινόν Πρόεδρον της Κύπρου τον Νικ. Σαμψών, όστις διά την συνέργειάν του ταύτην ετιμωρήθη εν έτει 1976 από το Κακουργιοδικείον Λευκωσίας. Οι Τούρκοι δραττόμενοι της μοναδικής ως άνω ευκαιρίας ενήργησαν την 20-7-1974 στρατιωτικήν απόβασιν εις Κύπρον (Κυρήνεια), οπότε αι Ελληνοκυπριακαί στρατιωτικαί δυνάμεις ήρξαντο αμυνόμεναι διά το πάτριον έδαφος και εζητήθησαν ενισχύσεις εξ Αθηνών. Τη 22αΙουλίου 1974, κατόπιν διαταγής, ο δεκανεύς των ΛΟΚ Ευάγγελος Τσάκωνας, υιός και αδελφός των εναγόντων, επεβιβάσθη μετά συναδέλφων του εις στρατιωτικόν αεροσκάφος της αεροπορικής μονάδος Σούδας Κρήτης, όπερ αφιχθέν εν καιρώ νυκτός άνωθεν του αεροδρομίου Λευκωσίας και λαβόν διάταξιν προσγειώσεως, εβλήθη, εκληφθέν ως τουρκικόν, διά πυρών προερχομένων εκ της Ελληνοκυπριακής φρουράς του αεροδρομίου, με αποτέλεσμα να καταπέση επί του εδάφους και να θανατωθούν από Ελληνικά πυρά άπαντες οι επιβαίνοντες (πλην ενός), εν οίς και ο Ευάγγελος Τσάκωνας». 

            Παραθέτομεν αυτολεξεί το κείμενον της αποφάσεως, προκειμένου να καταστή αντιληπτόν ότι στην εν λόγω απόφασιν επιχειρείται η εξιστόρησις και αξιολόγησις γνωστών τοίς πάσι γεγονότων καθώς επίσης και η καταγραφή της αλληλουχίας συγκεκριμένων περιστατικών έως την αποστολήν στρατιωτικών ενισχύσεων[1] εκ Κρήτης προς την Κύπρον, όπερ, συνδυαζόμενον με την (εξ ίσου στην απόφασιν μνημονευομένην) παράλειψιν εγκαίρου ενημερώσεως του πύργου ελέγχου τού αεροδρομίου Λευκωσίας, επέφερεν αμέσως και αιτιωδώς την έναρξιν αντιαεροπορικών βολών κατά του μεταγωγικού αεροσκάφους, εν συνεχεία την πτώσιν τούτου και τον θάνατον τού στρατιώτου (καταδρομέως), στον οποίον αφορά η εν λόγω υπόθεσις, η αποκλειστικώς και μόνον κριθείσα υπό του Εφετείου Αθηνών και ουδόλως κριθέντος τού αν η Τουρκία είχεν ή όχι δικαίωμα επεμβάσεως – ενόπλου ή μη – στην Κυπριακήν Δημοκρατίαν συμπεριλαμβανομένης και της επεμβάσεως στις εσωτερικές της υποθέσεις, άτε μη αποτελέσαντος το αντικείμενον της δίκης εκείνης (πρβλ. 324 ΚΠολΔ[2]).

            Ανεξαρτήτως όμως, τού τί αναγράφεται στην απόφασιν ή και πώς αυτή γίνεται αντιληπτή, εκ της εν λόγω αποφάσεως αναδύεται το μείζον θέμα της Συνθήκης εγγυήσεως, την οποίαν όλως προσχηματικώς επικαλείται η Τουρκία, προκειμένου να δικαιολογήσει και αποκαθάρει την συνεχιζομένην μέχρι τούδε επιδρομήν[3] κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και ούχ ήττον όλες τις εκπορευθείσες και/ή εκπορευόμενες εξ αυτής υπόλοιπες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων της γενοκτονίας, πολέμου και κατά της ανθρωπότητος, μορφές των οποίων (παραβιάσεων) είτε έχουν διαπράξει[4] είτε συνεχίζουν να διαπράττουν[5]η ίδια η Τουρκία, η πολιτική και στρατιωτική της ηγεσία, το εν Κύπρω στρατιωτικόν της προσωπικόν, αλλά και έτερα φυσικά πρόσωπα (Τούρκοι και μη), τα οποία συμμετέσχον ή συμμετέχουν σ’ αυτές είτε ως συναυτουργοί είτε ως άμεσοι συνεργοί.

Δηλαδή οπωσδήποτε, ακόμη και αν η απόφασις 2658/1979 ανέγραφε αυτά, τα οποία εννοεί ο Τούρκος δικαστής, ως θα τεκμηριωθεί κατωτέρω, η επίκλησις της Συνθήκης εγγυήσεως και ιδίως του άρθρου IV[6] αυτής ουδόλως ηδύνατο ή δύναται να νομιμοποιήσει οιουδήποτε είδους επέμβασιν ή ανάμειξιν της Τουρκίας στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας και/ή στην Κυπριακήν Επικράτειαν, πόσω μάλλον το συνεχιζόμενον μέχρι τούδε υπέρτατον διεθνές έγκλημα της επιδρομής  και τις εκπορευθείσες και/ή εκπορευόμενες εξ αυτής υπόλοιπες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου εις βάρος τής Κυπριακής Δημοκρατίας και των Ελλήνων της νήσου.

Εφ’ όσον λοιπόν η Συνθήκη εγγυήσεως χορηγεί στις ‘εγγυήτριες δυνάμεις’ εξουσίαν επεμβάσεως, ενόπλου ή μη  («to take action»), στην Κυπριακήν Δημοκρατίαν συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως επεμβάσεως στις εσωτερικές της υποθέσεις, εγείρεται το μείζον θέμα της συμβατότητός της ή μη προς την κορωνίδα του διεθνούς δικαίου, ήτοι τον Καταστατικόν Χάρτην του Ο.Η.Ε.  Γι’ αυτό και επειδή πρωταρχικός επιστημονικός και αντικειμενικός όρος, προκειμένου να ομιλούμεν περί της εν λόγω Συνθήκης είναι κατ’ αρχήν η διερεύνησις της εγκυρότητός της ή μη, απαραίτητος κρίνεται εν προκειμένω η παράθεσις των σχετικών διατάξεων τού Νόμου, οι οποίες σχετίζονται αμέσως με το ζήτημα του κύρους τής Συνθήκης εγγυήσεως. Διότι, άν η εν λόγω Συνθήκη τυγχάνει αυτοδικαίως άκυρος ήδη κατά τον χρόνο τής υπογραφής της, τότε παρέλκει πάσα συζήτησις περί του άν η Τουρκία είχεν ή έχει το δικαίωμα, επικαλουμένη ταύτην, να επέμβει ή παρέμβει ενόπλως ή άλλως πως στην Κυπριακήν Δημοκρατίαν συμπεριλαμβανομένης πάντα της περιπτώσεως επεμβάσεως ή αναμείξεως στις εσωτερικές της υποθέσεις.

ΝΟΜΙΚΟΝ ΠΛΑΙΣΙΟΝ/  ΚΑΤΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ Ο.Η.Ε.

«ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ I: ΣΚΟΠΟΙ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙ

Άρθρον 1.- Σκοποί των Ηνωμένων Εθνών είναι οι εξής :

  1. Να αναπτύσσωσι φιλικάς σχέσεις μεταξύ των Εθνών βασιζομένας εις τον σεβασμόν προς την αρχήντης ισότητος των δικαιωμάτων και της αυτοδιαθέσεως των λαώνκαι να λαμβάνωσι άλλα κατάλληλα μέτρα προς ενίσχυσιν της παγκοσμίου ειρήνης».

Άρθρον 2.- «Ο Οργανισμός και τα Μέλη του, εν τη επιδιώξει των Σκοπών των εν άρθρω 1 εκτιθεμένων, θα ενεργώσι συμφώνως προς τα ακολούθους Αρχάς. 1. Ο Οργανισμός βασίζεται επί της αρχής της κυριάρχου ισότητος όλων των Μελών του. 2. Πάντα τα Μέλη, επί σκοπώ όπως εξασφαλισθώσιν εις άπαντα εξ αυτών τα δικαιώματα και τα πλεονεκτήματα τα απορρέοντα εκ της ιδιότητος αυτών ως Μελών, οφείλουσι να εκπληρώσι καλή τη πίστει τας υποχρεώσεις τας αναλαμβανομένας υπ’ αυτών κατά τον παρόντα Χάρτην. 3. Πάντα τα Μέλη οφείλουσι να διακανονίζωσι τας διεθνείς των διαφοράς δι΄ ειρηνικών μέσων, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε η διεθνής ειρήνη, ασφάλεια και δικαιοσύνη να μη τίθενται εν κινδύνω. 4. Πάντα τα Μέλη θα απέχωσι εις τας διεθνείς αυτών σχέσεις της απειλής ή χρήσεως βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητος ή της πολιτικής ανεξαρτησίας οιουδήποτε Κράτους ή καθ΄ οιονδήποτε άλλον τρόπον ασυμβίβαστον προς τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών. (…) 7. Ουδεμία διάταξις εκ των διαλαμβανομένων εις τον παρόντα Χάρτην θα παρέχη το δικαίωμα εις τα Ηνωμένα Εθνη να επεμβαίνωσιν εις ζητήματα ανήκοντα ουσιαστικώς εις την εσωτερικήν δικαιοδοσίαν οιουδήποτε κράτους ή θα υποχρεοί τα Μέλη να υποβάλλωσι παρόμοια ζητήματα προς διακανονισμόν κατά τον παρόντα Χάρτην. Η αρχή αύτη εν τούτοις δεν θα παρεμποδίζη την εφαρμογήν εξαναγκαστικών μέτρων κατά το κεφάλαιον VII».

            Εξετάζοντες τις ως άνω διατάξεις τού Καταστατικού Χάρτου του Ο.Η.Ε. παρατηρούμεν ότι η Συνθήκη εγγυήσεως, η οποία, απαγορεύουσα στον κυπριακόν λαόν να αυτοαποφασίζει δι’ άπαντα τα αφορώντα σ’ αυτόν, και εγκαταστάσα ‘εγγυήτριες δυνάμεις’ και απονέμουσα σ’ αυτές εξουσίαν επεμβάσεως ή παρεμβάσεως ή αναμείξεως, ενόπλου ή μη, στην Κυπριακήν Δημοκρατίαν, όπως π.χ. στα εσωτερικά της θέματα, παραβιάζει τις διατάξεις αυτές και τις εκ τούτων απορρέουσες υποχρεώσεις τής Τουρκίας και των λοιπών ‘εγγυητριών δυνάμεων’ περί αυτοδιαθέσεως του κυπριακού λαού, περί κυριάρχου ισότητος μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των ‘εγγυητριών’ χωρών, περί διακανονισμού τών μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των ‘εγγυητριών’ χωρών (διεθνών) διαφορών δι’ ειρηνικών μέσων, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε η διεθνής ειρήνη, ασφάλεια και δικαιοσύνη να μη τίθενται εν κινδύνω, περί αποχής από της απειλής ή της χρήσεως βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητος και της πολιτικής ανεξαρτησίας τής Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και περί μη επεμβάσεως, παρεμβάσεως ή αναμείξεως σε ζητήματα ανήκοντα στην εσωτερικήν δικαιοδοσίαν τής Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η μορφή τού πολιτεύματός της, περί του οποίου τον αποκλειστικόν λόγον έχει μόνον η Κυπριακή Δημοκρατία και το ανώτατον πολιτειακόν της όργανον, ήτοι ο λαός της στα πλαίσια του διαρκούς δικαιώματός του αυτοδιαθέσεως. Αφού, επί τη βάσει της αρχής τής αυτοδιαθέσεως κατ’ άρθρον 1(2) του Χάρτου, καθώς και επί τη βάσει του άρθρου 2 αυτού και δη τών αρχών περί κυριάρχου ισότητος, αποχής από της απειλής ή χρήσεως βίας και μη αναμείξεως στα εσωτερικά ζητήματα, η Κυπριακή Δημοκρατία υποχρεούται έναντι του Χάρτου να μην έχει κανένα απολύτως λόγον για τους πολιτειακούς και συνταγματικούς θεσμούς ή για οιονδήποτε άλλο εσωτερικόν θέμα τής Τουρκίας ή του Ηνωμένου Βασιλείου ή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οιουδήποτε άλλου κράτους και ουδόλως να επέμβει, παρέμβει ή αναμειχθεί ενόπλως στην Επικράτειάν του – εξ ίσου και η Τουρκία, το Ηνωμένον Βασίλειον, η Ελληνική Δημοκρατία και οιονδήποτε άλλο κράτος υποχρεούται να μην αναμειγνύεται εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, να μην εκφράζει την παραμικράν έστω άποψιν επ’ αυτών – έτι δε μάλλον να παραλείπει πάσαν επέμβασιν, παρέμβασιν ή ανάμειξιν ενόπλως ή άλλως πως στην Επικράτειάν της.

Η δε νομική συνέπεια, η οποία προβλέπεται εν προκειμένω εκ της συγκρούσεως της Συνθήκης εγγυήσεως προς τις ως άνω διατάξεις και νόμιμες εκ του Καταστατικού Χάρτου υποχρεώσεις τόσο της Τουρκίας, όσο και των λοιπών ‘εγγυητριών δυνάμεων’, αλλά και της ιδίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία εξ ίσου συνήψε την Συνθήκην εγγυήσεως, είναι η απόλυτος υπερίσχυσις των νομικών εκ του Χάρτου υποχρεώσεων απάντων των εν λόγω συναψάντων την Συνθήκην κρατών και η εντεύθεν αυτοδικαία και εξ υπαρχής ακυρότης τής εν λόγω Συνθήκης, ήδη από του χρόνου συνάψεώς της, όπως ρητώς επιτάσσεται στην διάταξιν του άρθρου 103 του Καταστατικού Χάρτου, κατά την οποίαν: «Εν περιπτώσει συγκρούσεως τών κατά τον παρόντα Χάρτην υποχρεώσεων τών Μελών των Ηνωμένων Εθνών προς τας υποχρεώσεις αυτών εξ οιασδήποτε άλλης διεθνούς συμφωνίας, θα υπερισχύουσιν/ προέχουσιν αι κατά τον παρόντα Χάρτην υποχρεώσεις αυτών». Ειρήσθω εν παρόδω ότι η ανωτέρω άποψίς μας ταυτίζεται σχεδόν με την νομικήν γνώμην, την οποίαν έχει εκφράσει τουλάχιστον από έτους 1965 ο τότε Γενικός Εισαγγελεύς τής Κυπριακής Δημοκρατίας Κρίτων Τορναρίτης[7], ως προκύπτει εκ σχετικού δημοσιεύματος της 24ης Ιανουαρίου 1965 εις την εφημερίδα «Ελευθερία».

Πλέον δε των ανωτέρω, εμπεριεχομένη εις το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας η Συνθήκη εγγυήσεως συγκρούεται ευθέως και αντιφάσκει με το θεμελιώδες πρώτον εδάφιον του άρθρου 1 αυτού, το οποίον, εν πλήρει αρμονία προς τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 2 παρ. 1, 2, και 7 του Καταστατικού Χάρτου, ορίζει ότι «η Κυπριακή Πολιτεία είναι ανεξάρτητος και κυρίαρχος Δημοκρατία».

Συνεπεία τής απολύτου υπερισχύσεως των νομικών εκ του Καταστατικού Χάρτου υποχρεώσεων απάντων των εν λόγω συναψάντων την Συνθήκην κρατών και τής εντεύθεν αυτοδικαίας και εξ υπαρχής ακυρότητος τής εν λόγω Συνθήκης, απορρέει η νόμιμος, καταστατική εκ του Χάρτου υποχρέωσις της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως και των ‘εγγυητριών δυνάμεων’, να αποκηρύξει ρητώς και εμπράκτως και να μη αποδέχεται την ως άνω προς τον Χάρτην συγκρουομένην Συνθήκην. Φερ’ ειπείν, επικαλουμένη το άρθρον 103 του Χάρτου, να προβεί σε μονομερή δήλωσιν καταγγελίας και μη αποδοχής ή ανοχής τής Συνθήκης εγγυήσεως λόγω αντιθέσεως και μηδεμιάς της συμβατότητος προς τον Χάρτην επισημαίνουσα ότι η εν λόγω καταγγελία ισχύει αναδρομικώς από της 16ης Αυγούστου 1960, ήτοι αφ’ ής υπεγράφη μεταξύ  αυτής αφ’ ενός και των ‘εγγυητριών δυνάμεων’ αφ’ ετέρου. Ως επίσης να τροποποιήσει αναλόγως το Σύνταγμά της απαλείφουσα και ρητώς το καρκίνωμα τής Συνθήκης εγγυήσεως καθώς και οιανδήποτε αναφοράν ή παραπομπήν εις αυτήν.

Ωστόσο, για να καταστεί πλήρως αντιληπτή η σημασία, αλλά και η άμεσος νομική ισχύς τής εξ υπαρχής – εκ του χρόνου συνάψεως – ακυρότητός της, αξίζει να επισημανθεί ότι, ακόμη και αν δεν καταγγελθεί, ουδόλως αίρεται ή αναστέλλεται η κατ’ επιταγήν του άρθρου 103 του Χάρτου αυτοδικαία νομική της ανυπαρξία. Ώστε, είτε καταγγελθεί ρητώς η Συνθήκη εγγυήσεως είτε όχι, εκ μόνης της παρανομίας και της αυτοδικαίας ακυρότητός της είναι νομικώς ανύπαρκτος και ουδόλως ηδύνατο ή δύναται να παραγάγει οιονδήποτε νόμιμον ή έγκυρον αποτέλεσμα κατ’ εφαρμογήν ακριβώς των ως άνω διατάξεων του Χάρτου, οι οποίες κατ’ επιταγήν του άρθρου 103 τούτου υπερισχύουν αυτοδικαίως έναντι της αμέσως προς αυτές συγκρουομένης Συνθήκης εγγυήσεως. 

Εξυπακούεται ότι η μη καταγγελία αυτής της παρανόμου και ακύρου Συνθήκης ουδόλως ηδύνατο ή δύναται να προτάσσεται ως άλλοθι και ως δικαιολογία εφαρμογής ή ανοχής της από τα κράτη, τα οποία την συνήψαν, καθώς και από οιονδήποτε άλλο κράτος, αλλά και από οιονδήποτε όργανον, αξιωματούχον ή υπάλληλον του Ο.Η.Ε., ο Καταστατικός Χάρτης τού οποίου, την κατέστησε παράνομον και άκυρον εξ υπαρχής, καθώς επίσης και από οιονδήποτε άλλον – πλέον του Ο.Η.Ε. – διεθνή οργανισμόν, όργανον, αξιωματούχον ή υπάλληλόν του.

           

                                                                                   Αθήναι, τη 25η Σεπτεμβρίου 2017

                                                                                                Ο γνωμοδοτών

                                                                                    ΧΡΗΣΤΟΣ Ι. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ

                                                                                                  ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ

                                                                                             ΠΑΡ ΑΡΕΙΩ ΠΑΓΩ

                                                                                       Οδός Ευβοίας 36 Β΄, Αθήναι

 

 

[1] Ως γνωστόν, επρόκειτο περί στρατιωτικών ενισχύσεων ασχέτων προς την (από 15ης μέχρις 23ης Ιουλίου) πραξικοπηματικήν δράσιν, οι οποίες, έστω και πενιχρές, ανεμένοντο μετ’ αδημονίας από τον κυπριακόν λαόν και συγκεκριμένα από τους αποτελούντες το 80% αυτού, Έλληνες Κυπρίους.

[2] «Δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφ’ όσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία».

[3] Ήτοι την συνεχιζομένην μέχρι τούδε άσκησιν επιθετικής ενόπλου βίας.

[4] Στις διαπραχθείσες παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικώς οι εκτελέσεις αδηλώτων αιχμαλώτων και αγνοουμένων, οι βιασμοί γυναικών και η από 1975 μέχρι 1983 ‘ίδρυσις’ και ‘λειτουργία’ ‘ομοσπόνδου’ μορφώματος στα κατεχόμενα.

[5] Πλέον της επιδρομής, στις διαπραττόμενες μέχρι τούδε παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου συμπεριλαμβάνονται ενδεικτικώς η κατοχή τμήματος της Επικρατείας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο εκτοπισμός από τα κατεχόμενα σχεδόν όλων των Ελλήνων της Κύπρου, η διαρπαγή και σφετερισμός όλης της κρατικής περιουσίας στην ίδια περιοχή, η διαρπαγή και σφετερισμός σχεδόν όλης της ελληνοκυπριακής περιουσίας εκεί υπό τας σκανδαλώδεις ‘ευλογίας’ μάλιστα του Ε.Δ.Α.Δ. δι’ αποφάσεών του, υιοθετουσών δικαιώματα και δη υπερισχύοντα υπέρ της άρπαγος και σφετεριστού Τουρκίας και των συνεργών της εποίκων και άλλων, ήτοι αποφάσεων συγκρουομένων με διατάξεις του Καταστατικού  Χάρτου του ΟΗΕ και ούτω νομικώς ακύρων κατ’ άρθρον 103 του Χάρτου, ο εποικισμός των κατεχομένων κυρίως επί μεγάλου τμήματος της διαρπαγείσης και σφετεριζομένης  περιουσίας, η επιβολή εν διαρκεία καταστάσεως apartheid στα κατεχόμενα,  η (από 15ης Νοεμβρίου 1983) ‘ανακήρυξις’ και ‘λειτουργία’ ‘κρατικού’ μορφώματος στην ίδια πάντα περιοχήν και η υφαρπαγή της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκίαν στα κατεχόμενα υπό την επίνευσιν πάλιν του Ε.Δ.Α.Δ. δι’ αποφάσεών του (οία ενδεικτικώς  η απόφασις της 10ης Μαΐου 2001, παράγραφος 102, επί της Διακρατικής Προσφυγής της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά της Τουρκίας) συγκρουομένων με διατάξεις του Καταστατικού  Χάρτου και άρα εξ ίσου νομικώς ακύρων κατ’ άρθρον 103 αυτού.    

[6] «In the event of a breach of the provisions of the present Treaty, Greece, Turkey and the United Kingdom undertake to consult together with respect to the representations or measures necessary to ensure observance of those provisions. In so far as common or concerted action may not prove possible, each of the three guaranteeing Powers reserves the right to take action with the sole aim of re-establishing the state of affairs created by the present Treaty.»   [Treaty of Guarantee, Article IV]

Μετάφρασις στην ελληνική: «Εν περιπτώσει παραβιάσεως των διατάξεων της παρούσης συνθήκης, η Ελλάς, η Τουρκία και το Ηνωμένον Βασίλειον αναλαμβάνουσι την υποχρέωσιν όπως διαβουλεύωνται μετ’ αλλήλων όσον αφορά τας παραστάσεις ή τα μέτρα τα αναγκαία δια την διασφάλισιν της τηρήσεως των εν λόγω διατάξεων.  Εφ’ όσον κοινή ή συντετονισμένη ενέργεια δεν ήθελεν αποδειχθή δυνατή, εκάστη των τριών εγγυητριών δυνάμεων επιφυλάσσει εαυτή το δικαίωμα όπως ενεργήση με μόνον σκοπόν την επαναφοράν τής διά της παρούσης συνθήκης δημιουργηθείσης καταστάσεως». [Συνθήκη εγγυήσεως, Άρθρον IV]

[7] Η διαφορά μας έγκειται στο εάν η Συνθήκη εγγυήσεως περιλαμβάνει και την παρανομίαν της χορηγήσεως εξουσίας ενόπλου επεμβάσεως, πλέον της μη ενόπλου. Ο τότε Γενικός Εισαγγελεύς της Κυπριακής Δημοκρατίας Κρίτων Τορναρίτης ερμηνεύων την Συνθήκην εγγυήσεως έχει αποφανθεί ότι αυτή χορηγεί στην Τουρκίαν εξουσίαν επεμβάσεως στις εσωτερικές υποθέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά όμως ουχί ενόπλου. Εν τούτοις φρονούμεν ότι, αφ’ ενός, το άρθρον IV της Συνθήκης εγγυήσεως, εκτός του ότι χορηγεί εξουσίαν μη ενόπλου επεμβάσεως,  επιτρέπει και ουδόλως αποκλείει την ερμηνευτικήν εκδοχήν περί χορηγήσεως εξουσίας και ενόπλου επεμβάσεως των ‘εγγυητριών δυνάμεων’ (είτε από κοινού είτε κεχωρισμένως) στην Κυπριακήν Δημοκρατίαν συμπεριλαμβανομένης της περιπτώσεως ενόπλου επεμβάσεως στις εσωτερικές της υποθέσεις, και αφ’ ετέρου, ουδόλως υπάρχει οιαδήποτε διάταξις εις άπαν το κείμενον της Συνθήκης εγγυήσεως, η οποία να αποκλείει οιανδήποτε ερμηνευτικήν εκδοχήν περί ενόπλου επεμβάσεως. Η δε χορήγησις εξουσίας ενόπλου επεμβάσεως συγκρούεται και με την δικαϊκήν αρχήν της μη απειλής ή χρήσεως βίας, η οποία κατά την κρατούσαν σήμερα ερμηνείαν (κυρίως στα κράτη της δύσεως) νοείται ως μη απειλή ή χρήσις ενόπλου βίας.  

Πηγή: infognomonpolitics

This entry was posted in Cyprus Problem, Occupation, Security, Turkish Invasion of Cyprus. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s