Οι πρώτες ώρες της τουρκικής εισβολής στην Κερύνεια το 1974

landing of turkish troops

Του Χαράλαμπου Κωνσταντινίδη

Το βράδυ το πέρασα άγρυπνος με το ραδιόφωνο στο χέρι.

Η νύκτα ήταν ανυπόφορα ζεστή και η σχετική υγρασία στην ατμόσφαιρα πρέπει να ήταν πολύ κοντά στο 100%. Είχαμε πάει στο κρεβάτι αφήνοντας παράθυρα και πόρτες του σπιτιού ορθάνοικτες, κάτι συνηθισμένο στην Κερύνεια της εποχής εκείνης, με την ελπίδα κάποιας πνοής ανέμου, αλλά πλήρης άπνοια, ούτε φύλλο δεν κουνιόταν.

Πρέπει να ήταν 04:30. Μετά το δελτίο ειδήσεων το BBC μετέδωσε μέρος της ομιλίας του Μακαρίου ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. 

Πηγαίνοντας προς την κουζίνα να πιω λίγο νερό πρόσεξα από το ανοικτό παράθυρο του βορρά τους γείτονες μας Σάββα Καπετανόπουλο και Ανδρέα Καριόλου πάνω στις ταράτσες των σπιτιών τους να ατενίζουν με τη βοήθεια κυαλιών προς τη θάλασσα. Προτού συνειδητοποιήσω ότι παρακολουθούσαν τα Τουρκικά πλοία ακούστηκε ο ήχος των πρώτων αεριωθουμένων που πέταξαν από δυσμάς προς ανατολάς μυδραλιοβολώντας κατά μήκος του κυρίου δρόμου Αγίου Γεωργίου-Κερύνειας. Αμέσως μετά ακούστηκε μια εκκωφαντική έκρηξη βόμβας που έκανε ολόκληρο το σπίτι μας να σειστεί εκ θεμελίων ενώ, για λίγα δευτερόλεπα, έπεφταν στα κεραμίδια θραύσματα από την έκρηξη.

Δυτικά του σπιτιού μας υπήρχε το στρατόπεδο του τρίτου λόχου του 251 ΤΠ το οποίο προφανώς ήταν ο στόχος της βομβας των Τουρκικών αεροπλάνων. Ο μυδραλιοβολισμός θα είχε στόχο τα ιδιωτικά οχήματα των εφέδρων που προφανώς είχαν κληθεί να καταταγούν από το βράδυ της προηγουμένης. Θύμα όμως του μυδραλιοβολισμού ήταν κι ένας μετασχηματιστής της Αρχής Ηλεκτρισμού μαζί με τη δίστηλη κατασκευή του. Ο ένας πάσσαλος του δίστηλου μετατράπηκε κυριολεκτικά σε οδοντογλυφίδες.

Η σύζυγος μου ξύπνησε και όρμησε στο δωμάτιο της κόρης μας. Την άκουσα να φωνάζει υστερικά “τρέξε κτύπησαν το παιδί”. Μπαίνοντας στο δωμάτιο αντίκρισα τη γυναίκα μου να κρατά το παιδί με ματωμένη τη δεξιά πλευρά του προσώπου του. Ευτυχώς πρόσεξα αμέσως ότι γύρω-γύρω το αίμα άρχισε να στεγνώνει και να γίνεται πιο σκούρο. Στο κρεβατάκι μέσα, το μαξιλάρι ήταν κι εκείνο ματωμένο στο αποτύπωμα του κεφαλιού του παιδιού ενώ στον περίγυρο είχε στεγνώσει. Αφού βεβαιωθήκαμε ότι δεν έφερε κανένα τραύμα καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι το παιδί είχε ρινική αιμορραγία κατά τη διάρκεια της νύκτας, πιθανόν λόγω της αφόρητης ζέστης που επικρατούσε.

Η πεθερά μου βγήκε από το δωμάτιο της διερωτώμενη τι πραγματικά συνέβαινε.

Τον θείο τον βρήκα κάτω από το τραπέζι της τραπεζαρίας. Ένοιωσα, με μεγάλη λύπη, πόσο άβολα πρέπει να αισθανόταν για τη διάψευση των προσδοκιών του για έλευση των Αμερικανών ως “των από μηχανής θεών” για τη σωτηρία της Κύπρου. Μακάρι, σκέφτηκα, να είχε αυτός δίκαιο και να ήμουν εγώ λανθασμένος στις εκτιμήσεις μου.

Με τους μυδραλιοβολισμούς έκρινα πως ο πιο ασφαλισμένος χώρος του σπιτιού ήταν το μπάνιο που είχε οροφή από ενισχυμένο σκυρόδεμα, ενώ το υπόλοιπο σπίτι είχε κεραμοσκεπή και ψευδοροφή. Οι εξωτερικοί τοίχοι του σπιτιού ήταν πετρόκτιστοι και πρόσφεραν επαρκή προστασία έναντι μυδραλιοβολισμών. Έτσι η σύζυγος και η κόρη μας κατέληξαν στο μπάνιο για προστασία.

Γύρισα το ραδιόφωνο στο Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου με την ελπίδα να μάθουμε τι ακριβώς γινόταν, αναμένοντας έστω και μια ανακοίνωση για κήρυξη πολέμου, όπως περίπου βλέπαμε σε κινηματογραφικές ταινίες. Με την έναρξη όμως του προγράμματος στις 06.00 μας ανακοινώθηκε η ημερομηνία, ότι η εκκλησία εορτάζει την μνήμη Ηλιού του Προφήτου και στη συνέχεια ψάληκε ο πρωινός ύμνος “Σε υμνούμεν, Σε ευλογούμεν, Σοι ευχαριστούμεν Κύριε και δεόμεθα Σου ο Θεός ημών” και μετά συνεχίστηκε η κανονική ροή του προγράμματος.

Επί τέλους, κάποια στιγμή διέκοψαν το πρόγραμμα για να μας ενημερώσουν ότι από το πρωί Τουρκικές δυνάμεις διενεργούσαν επιθέσεις κατά της Κύπρου από θάλασσα και αέρα και ότι οι Τούρκοι είχαν δημιουργήσει ένα προγεφύρωμα στα δυτικα της Κερύνειας στην περιοχή “Πέντε Μιλι”.

Το αξιοπερίεργο δεν είναι ότι το ΡΙΚ προέβαινε με καθυστέρηση στις όντως ελλειπείς ανακοινώσεις του για τα συμβαίνοντα αλλά το γεγονός ότι το BBC γινόταν ολοένα και πιο “προφητικό” ανακοινώνοντας σαν γεγονότα πράγματα που δεν είχαν συμβεί ακόμη αλλά που συνέβαιναν λίγο αργότερα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η αναφορά στο βομβαρδισμό του κάστρου της Κερύνειας που όπως μου λέχθηκε από άτομα που βρίσκονταν επί τόπου, πραγματοποιήθηκε μετά την ανακοίνωση του BBC.

Από τη στιγμή της πρώτης βόμβας που έπεσε στην περιοχή του σπιτιού μας αλλά και από τους μυδραλιοβολισμούς είχε διακοπεί η παροχή ηλεκτρισμού σ’ ένα αρκετά μεγάλο τμήμα της πόλης αφού καταστράφηκε ο εναέριος υποσταθμός και κόπηκαν ταυτόχρονα οι γραμμές μέσης τάσης.

Λίγο αργότερα διακόπηκε παντελώς η παροχή ηλεκτρισμού σ’ όλη την Επαρχία αφού από τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς κόπηκε η μοναδική γραμμή μεταφοράς 66 χιλιοβόλτ που τροφοδοτούσε τον ένα και μοναδικό υποσταθμό μεταφοράς της Επαρχίας που βρισκόταν στην Πάνω Κερύνεια κοντά στην οικία του ιατρού Ξάνθου Χαραλαμπίδη.

Τα τηλέφωνα συνέχιζαν να λειτουργούν, παρά τη διακοπή του ηλεκτρισμού, προφανώς τροφοδοτούμενα από τούς συσσωρευτές που υπήρχαν στο κτήριο της Αρχής Τηλεπικοινωνιών.

Το πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας το πήραμε από μια Αγγλίδα φίλη της πενθεράς μου που διέμενε στο χωριό Φτέρυχα, την κυρία Rogers-Leigh για να μάθει πως ήμασταν. Προτού καλά-καλά απαντήσω μου είπε το αχαρακτήριστο: “Έχουμε μια πανοραμική θέα των πλοίων και τα αεροπλάνα περνούν από μπροστά μας!”.

Μου έδωσε την εντύπωση ότι μου διηγόταν κάτι εντυπωσιακό που παρακολουθούσε να συμβαίνει κάπου μακρυά μας ενώ εμείς ήμασταν οι αποδέκτες αυτών των θλιβερών σκηνών. 

Το δεύτερο τηλεφώνημα ήταν από τους γονείς μου στη Λευκωσία που ήθελαν να μάθουν πως ήμασταν και ποιοί ήταν οι σκοποί μας. Τους είπα ότι δεν είχαμε ακόμη αποφασίσει ό,τιδήποτε αφου δεν είχαμε καθόλου δεδομένα στα οποία να βασιστούμε. Το μόνο που γνωρίζαμε ήταν ότι στα δυτικά της Κερύνειας γινόταν η απόβαση Τούρκων και ότι τα αεροσκάφη τους μυδραλιοβολούσαν σε διάφορες περιοχές. 

Σ’ ό,τι αφορά την κυρία Rogers-Leigh θεωρώ πως αξίζει σ’ αυτό το σημείο να αναφερθώ σε συνάντηση που είχαμε μαζί της δυο-τρία χρόνια μετά την εισβολή όταν η συγκεκριμένη κυρία μας επισκέφθηκε στο σπίτι μας στη Λευκωσία. Μας μίλησε για την αγριότητα των Τούρκων στρατιωτών που ανέβηκαν στο χωριό τους λίγες ώρες μετά το τηλεφώνημα που έκανε σ’ εμάς την 20η Ιουλίου 1974. Οι στρατιώτες οδήγησαν τους κατοίκους πεζούς σ’ ένα ύψωμα έξω από το χωριό κοντά στον ταμιευτήρα του συστήματος υδατοπρομήθειας του χωριού. Η σκληρότητα των Τούρκων στρατιωτών “αποδείκτηκε” μόνον όταν αρνήθηκαν να εξαιρέσουν τόσο την Αγγλίδα φίλη μας όσο και το σύζυγο της, που υπέφερε από λευχαιμία, από την πεζοπορία στην οποία ανάγκασαν όλους τους κατοίκους του χωριού.

“Κάποια στιγμή ένας Τούρκος στρατιώτης έβαλε κατά του ταμιευτήρα με τη μπαζούκα του ανοίγοντας σ’αυτόν μια μεγάλη τρύπα για να πάρουν οι στρατιώτες νερό να πιούν και να γεμίσουν τα παγούρια τους, οι βάρβαροι,” παρετήρησε η κυρία Rogers-Leigh. Ήταν μια γεύση γι’ αυτούς από τον “πολιτισμό” των εισβολέων. Παρά την εμπειρία τους αυτή, συνέχισαν να ζούν στη Φτέρυχα, αναγκαζόμενοι να παραμένουν, πότε αυτή και πότε ο σύζυγος της, στο σπίτι για να μην το καταληστέψουν οι Τούρκοι. Όταν τελικά αναγκάστηκαν να ταξιδεύσουν στο εξωτερικό για σκοπούς της ασθένειας του συζύγου της, ανέφερε η κυρία Rogers-Leigh, αυτό που φοβόντουσαν έγινε. Κατά την επιστροφή τους στο χωριό βρήκαν το σπίτι τους λεηλατημένο. Τότε συνειδητοποίησαν ότι ήταν αδύνατο να συνεχίσουν να ζουν στο χωριό και επέστρεψαν στη Βρετανία. 

Στο μεταξύ η μόνη μας επίσημη πηγή πληροφόρησης για τα συμβαίνοντα ή για το τι πρέπει να πράξουμε ήταν το ραδιόφωνο με όλες τις ελλείψεις του και τις αμφίβολης αξίας πληροφορίες που μετέδιδε.

Κάποια στιγμή γύρω στις 07:00 ανακοινώθηκε επιστράτευση. Κλήθηκαν οι έφεδροι να προσέλθουν στις μονάδες κατάταξης τους και σε περίπτωση δυσκολίας να παρουσιαστούν στο πλησιέστερο στρατόπεδο ή στον πλησιέστερο Αστυνομικό Σταθμό. Βγαίνοντας από το σπίτι για να πάω στο στρατόπεδο του πεζικού που ευρισκόταν σε μικρή απόσταση δυτικά από το σπίτι μας συνάντησα τον Γιώργο Χαραλαμπίδη, υπάλληλο της ΑΗΚ και θείο της συζύγου μου ο οποίος ερχόταν από την κατεύθυνση του στρατοπέδου. Είχε επισκεφθεί την περιοχή για εκτίμηση των ζημιών από το βομβαρδισμό και τους μυδραλιοβολισμούς που προηγήθηκαν και που είχαν ως συνέπεια τη διακοπή της παροχής ηλεκτρισμού. Όταν του είπα ότι πήγαινα να παρουσιαστώ μου ανέφερε ότι το στρατόπεδο ήταν εγκαταλελειμμένο και ότι ούτε σκοπός δεν υπήρχε στην πύλη. Ένα στρατιωτικό όχημα που ευρισκόταν στο δρόμο, προφανώς ακινητοποιημένο λόγω βλάβης, είχε μυδραλιοβοληθεί από τα Τουρκικά αεροπλάνα. 

Ανέφερα στο θείο Γιώργο ότι σύμφωνα με την ανακοίνωση στο ραδιόφωνο παρέμενε πλέον η παρουσίαση μου στον Αστυνομικό Σταθμό. “Άδικος κόπος” μου είπε “διότι η Αστυνομία ευρίσκεται σε χώρο διασποράς. Ο Αστυνομικός Διευθυντής Μάμας Χριστοδούλου ευρισκόταν σε ύψωμα στη Θέρμια όπου τον συνάντησα την αυγή όταν πήγα εκεί για το πότισμα των περιβολιών” μου ανέφερε. “Μάλιστα του υπέδειξα” συνέχισε ο θείος “ότι ήταν κακή η επιλογή, από μέρους του, αυτού του χώρου αφού δεν υπάρχει τρόπος διαφυγής του, σε περίπτωση που κλείσει ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη Θέρμια. Αυτό φαίνεται να μην το γνώριζε κι έτσι αποφάσισε να μεταφέρει την έδρα του στο Πέλλαπαϊς”.

Στη συνέχεια δοκίμασα για αρκετό χρόνο, πλην όμως ανεπιτυχώς, να επικοινωνήσω τηλεφωνικώς με τον Αστυνομικό Σταθμό. Έτσι μη έχοντας άλλο τρόπο πληροφόρησης παρέμεινα προσκολλημένος στο ραδιόφωνο. Κάποια στιγμή ανακοινώθηκε ότι οι μηχανικοί της Αρχής Ηλεκτρισμού και άλλων υπηρεσιών καλούνταν να παρουσιασθούν στους χώρους εργασίας τους. Επί τέλους είχαμε μια σαφή οδηγία.

Προτού πάρω το όχημα μου για να μεταβώ στη Λευκωσία, όπου ήταν ο χώρος εργασίας μου, έκρινα σκόπιμο να επικοινωνήσω με τη Γενική Διεύθυνση. Τηλεφώνησα λοιπόν, ζητώντας ένα οποιοδήποτε μέλος της Διεύθυνσης. Ο τηλεφωνητής των Κεντρικών Γραφείων, Βάσος Ασσιώτης, μου ανέφερε ότι δεν υπήρχε οποιοσδήποτε από τους Διευθυντές μέσα. “Ευρίσκονται όλοι στο Χίλτον” είπε, “που έχει κηρυχθεί από τα Ηνωμένα Έθνη ως προστατευόμενη περιοχή”. “Μπορείς, όμως, αν θέλεις, να μιλήσεις με τον κύριο Σπυριδάκι” συμπλήρωσε. Ο Σπύρος Σπυριδάκις, Επαρχιακός Μηχανικός, τότε, στην Επαρχία Μόρφου, ο οποίος κατοικούσε κοντά στα τότε Κεντρικά Γραφεία της Αρχής, είχε μεταβεί από ενωρίς στα Γραφεία. Με συμβούλεψε να μη επιχειρήσω να μεταβώ στη Λευκωσία γιατί από τον πέμπτο όροφο των Γραφείων έβλεπε τους Τούρκους αλεξιπτωτιστές να πέφτουν στην περιοχή του νέου δρόμου Λευκωσίας-Κερύνειας μέσω Κλεπίνης. “Θα αφήσω σημείωμα ότι μιλήσαμε και σου ζήτησα να μείνεις στην Κερύνεια και να συνεργαστείς με τον Επαρχιακό Μηχανικό” μου είπε και κλείσαμε έτσι τη συνομιλία μας.

Τα Τουρκικά αεροπλάνα που κάθε τόσο περνούσαν πάνω από την Κερυνειώτικη πεδιάδα μυδραλιοβολούσαν όχι μόνο το κάθε τι που οι πιλότοι έκριναν ύποπτο αλλά κυρίως και για σκοπούς εκφοβισμού.

Γι’ αυτό το λόγο δεν πήγα με αυτοκίνητο αλλά περπάτησα προς την κατοικία του συνάδελφου Γιάγκου Κορομία, Επαρχιακού Μηχανικού της ΑΗΚ στην Κερύνεια, που ετσι κι αλλοιώς δεν απείχε και πολύ από το σπίτι μας. Όταν του ανέφερα το λόγο της παρουσίας μου η αντίδραση του ήταν άμεση και δικαιολογημένα εκρηκτική. “Και να κάνουμε τι;” ρώτησε. Στη συνέχεια μου μίλησε για την πληροφόρηση που είχε σ’ ό,τι αφορούσε τις βλάβες/ζημιές που είχε υποστεί το σύστημα. Ήταν φανερό ότι τίποτε δεν μπορούσαμε να κάνουμε, τίποτε δεν είχαμε καθόλου ισχύ να προσφέρουμε.

Θέλοντας να μάθω τι γινόταν με άλλες υπηρεσίες ρώτησα: “Έχουμε καμμιά επαφή με τις τοπικές αρχές όπως Δήμο, Αστυνομία, Πολιτική Άμυνα;” Η απάντηση του ήταν: “Από Δήμο και Αστυνομία δεν βρίσκεις κανένα. Με την Πολιτική Άμυνα κατά διαστήματα έχουμε τηλεφωνική επαφή επειδή μαζί μας εδώ βρίσκεται η σύζυγος του κυρίου που είναι υπηρεσία στην Πολιτική Άμυνα”.

Στην ουσία το κράτος ήταν ανύπαρκτο. Ούτε καν μια σειρήνα συναγερμού δεν είχε ηχήσει.

Γύρω στις 12:00 η ώρα είχαμε ενημέρωση από την Πολιτική Άμυνα ότι οι Τούρκοι στρατιώτες ευρίσκονταν σε κάποια απόσταση δυτικά του χωριού Άγιος Γεώργιος.

Στις 14:00 είχαμε νέο μήνυμα από την Πολιτική Άμυνα ότι οι Τούρκοι πορεύονται προς Κερύνεια και μας συμβούλεψαν να καταφύγουμε στο Πέλλαπαϊς. Επειδή δεν υπήρχαν ενδείξεις για μάχες αποφασίσαμε ομαδικά να παραμείνουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι επρόκειτο για πόλεμο όπου ο,τιδήποτε ήταν δυνατό και ότι η ζωή μας δεν είχε καμμιά αξία για τους εισβολείς, όπως αποδείκτηκε αργότερα από τα γεγονότα. Για καλό και για κακό, ειδοποίησα τηλεφωνικώς την οικογένεια να ετοιμασθεί για να τους μεταφέρω στο σπίτι του συναδέλφου Γ. Κορομία. Προθυμοποιήθηκε ο θείος Γ. Χαραλαμπίδης, που βρισκόταν κι αυτός εκεί, να τους μεταφέρει εκείνος. Το σπίτι του συνάδελφου είχε στην ουσία υποκαταστήσει το Γραφείο της ΑΗΚ στην Κερύνεια.

Τελικά, γύρω στις 16:00 η ώρα είχαμε ακόμη ένα μήνυμα ότι οι Τούρκοι εισβολείς ευρίσκονταν πολύ κοντά στην Κερύνεια και οπωσδήποτε έπρεπε να φύγουμε. Μας είχε λεχθεί μάλιστα ότι αυτό θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα και το τελευταίο μήνυμα από την Πολιτική Άμυνα.

Η απόφαση μας να φύγουμε, ύστερα από το τελευταίο μήνυμα, ήταν άμεση. Έπρεπε να τρέξω πίσω στο σπίτι μας για να πάρω το αυτοκίνητο μου. Στο δρόμο συνάντησα τρεις δικούς μας στρατιώτες που έρχονταν από την κατεύθυνση του Αγίου Γεωργίου. Ρώτησα τι επί τέλους γινόταν και τα παιδιά μου απάντησαν ότι ξέμειναν από σφαίρες, αξιωματικοί δεν υπήρχαν και ότι ακόμη οι Τούρκοι στρατιώτες είναι κοντά στο πρατήριο βενζίνης στον Άγιο Γεώργιο.

Πήρα το αυτοκίνητο μου από την αυλή του σπιτιού μας και αφού έκλεισα την καγκελλόπορτα έφυγα για το σπίτι του συνάδελφου Γ. Κορομία όπου με περίμεναν όλοι στα αυτοκίνητα τους για να φύγουμε μαζί.

Με επιβάτες τη σύζυγο, την κορούλα μας, την πεθερά μου, τη θεία Ιλιάδα, και τον θείο Φιλάρετο, και με μόνα μας εφόδια τα δύο βαλιτσάκια που είχε ετοιμάσει η σύζυγος μου από το προηγούμενο βράδυ, και με συνοδεία το όχημα με το συνάδελφο Γ. Κορομία και τη δική του οικογένεια, όπως και δυο άλλα οχήματα συναδέλφων ξεκινήσαμε γι’ αυτό που έμελλε να αποβεί για όλους μας προσφυγιά στην ίδια μας την πατρίδα.

Περνώντας από την Πάνω Κερύνεια σ’ ένα στενό δρομάκι κάποιες Τουρκάλες γνωστές της πεθεράς μου μας καλούσαν να μείνουμε στα δικά τους σπίτια για προστασία, μέχρι να περάσει “αυτό το κακό” που μας βρήκε. Ανάμεσα σ’ αυτούς που είδαμε να διακινούνται πεζοί στα δρομάκια της Πάνω Κερύνειας ήταν κι ο Κώστας Ιωάννου ο σιδηρουργός που μας είχε παραδώσει τα έπιπλα βεράντας στο σπίτι μας μόλις πριν από δυο μέρες. Είχε κρεμασμένο στον ώμο του ένα τυφέκιο του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου. Ευχαριστήσαμε τις Τουρκάλες για την προσφορά τους να μας φιλοξενήσουν και συνεχίσαμε την πορεία μας βγαίνοντας στον κύριο δρόμο μέσω Θέρμιας.

Πηγή: https://mkp-archive.blogspot.com.cy/2014/04/1974.html

This entry was posted in Cyprus - Turkey, Cyprus Problem, Cyprus Problem History, Turkish Invasion of Cyprus. Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s