Dean Acheson – Geneva – 1964/Ντίν Άτσεσον -Γενεύη – 1964

cropped-dean_g-_acheson_u-s-_secretary_of_state.jpg

Fanoulla Argyrou
Ερευνήτρια/συγγραφέας
Ομιλία Φ.Α Λεμεσός 4.11. 2016

Αμερικανική πρωτοβουλία για λύση Ενώσεως

Το καλοκαίρι του 1964 ο αέρας της Ένωσης πέρασε από την Κύπρο,  για λίγα λεπτά,  αλλά δυστυχώς ούτε που άγγιξε το έδαφος…

Τον  Ιανουάριο του 1964, οι Βρετανοί έπεισαν τους Αμερικανούς να αναμειχθούν στο Κυπριακό πράγμα που δεν ήθελαν. Και αρνήθηκαν να στείλουν στην Κύπρο 10,000 στρατεύματα που απαιτούσαν οι Βρετανοί,  όπως εξήγησα πέρσι σε ομιλία μου στη Λευκωσία στις 8 Σεπτεμβρίου 2015, για την αμερικανική ανάμιξη το πρώτο εξάμηνο του 1964 και που τεκμηριώνω και στο βιβλίο μου ‘Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας 1955-2011» με ειδικό παράρτημα. Όμως πείστηκαν τελικά και αναμείχθηκαν για λύση,  και με την έγκριση του Λονδίνου ανέλαβαν πρωτοβουλία για λύση Ενώσεως της Κύπρου με την Ελλάδα με ανταλλάγματα προς την Τουρκία, γιατί  επείγονταν, φοβούμενοι να  μην μετατρεπόταν το νησί  σε νέα «Κούβα της Μεσογείου» όπως έλεγαν, λόγω της προσέγγισης του τότε προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπισκόπου Μακαρίου προς την Σοβιετική Ένωση και την Αίγυπτο και του κομμουνιστικού κόμματος στο νησί.  Η οποία ναυάγησε τέλος Αυγούστου 1964. Η πρωτοβουλία εκείνη θεωρείται από μερίδα  συμπατριωτών μας Αθήνας και Λευκωσίας μας ως χαμένη ευκαιρία για Ένωση για την οποία φταίει η στάση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και άλλοι ότι φταίει ο Γεώργιος Παπανδρέου ο Έλληνας τότε Πρωθυπουργός. Ας δούμε, τι έγινε σύμφωνα με τα βρετανικά επίσημα έγγραφα.

Προτού προχωρήσω όμως θα τονίσω πως το  Κυπριακό ήταν και παραμένει βρετανικό πρόβλημα. Ποτέ δεν υπήρξε αμερικανικό τέτοιο. Οι  κατά καιρούς αμερικανικές «πρωτοβουλίες» ήσαν και παραμένουν βοηθητικές προς το Λονδίνο και πάντοτε με την έγκριση και επίβλεψή του. Η πρόσφατη εισαγωγή και αμερικανικών επισήμων εγγράφων για την συγκεκριμένη περίοδο είναι ιστορικά πολύ χρήσιμη αλλά  η αξιολόγησή τους, κατά τη γνώμη μου,  πρέπει να γίνεται πάντοτε, σε ότι αφορά το Κυπριακό σε συνδυασμό με τα βρετανικά από τα οποία βρίσκουμε σημαντικές λεπτομέρειες που δεν καλύπτουν τα αμερικανικά. Και παρόλο ότι τον Απρίλιο του 1964 τόσο οι Αμερικανοί όσο και οι Βρετανοί πίστευαν ότι απ΄όλες τις λύσεις για το Κυπριακό η καλύτερη ήταν όντως η γνήσια ΄Ενωση , εντούτοις άλλο το τι πίστευαν και άλλο το τι έκαναν «για μας» στην πράξη. Όπως βρίσκουμε διαχρονικά στα βρετανικά έγγραφα… Τα βρετανικά έγγραφα λόγω και της διαχρονικής συνέχειά τους για το Κυπριακό, ξεκαθαρίζουν πιστεύω το θολωμένο ιστορικό σημείο για το τι πράγματι συνέβη τον Ιούλιο μέχρι αρχές Σεπτεμβρίου 1964,  όταν και ο Ντ. ΄Ατσεσον απογοητευμένος επέστρεψε στο σπίτι του.

Εξάλλου το ότι η Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα ήταν η καλύτερη λύση και η πλέον λογική ανταποκρινόμενη και στις επιθυμίες του λαού σύμφωνα με το δημοψήφισμα του 1950, το επεσήμανε καλύτερα απ΄όλους  ο αξιωματούχος του Φόρειν Όφις  J. M. Addis το 1958 όταν έγραψε ότι « Η καλύτερη λύση για την Κύπρο είναι η ένωση της με την Ελλάδα αν δεν ήταν για τις δεσμεύσεις τους προς την Τουρκία». Και όμως το Φόρειν ΄Οφις ήταν ο σχεδιαστής των συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου σε συνεργασία με τον Δρ. Νιχάτ Ερίμ και όλων των σχεδίων από τις Ιδέες Γκάλι μέχρι το Σχέδιο Αναν και μέχρι σήμερα…

Έγραψε μεταξύ άλλων ο J. M. Addis: « … Η γενική πολιτική μας για μη αυτοκυβερνούμενες περιοχές είναι να τις οδηγήσουμε προς το δρόμο της αυτοκυβέρνησης και στα επίπεδα εκείνα που θα μπορούν να αποφασίσουν μόνες τους για το μέλλον τους. Είναι σφόδρα ενάντια στις παραδόσεις μας να περιορίζουμε την ελευθερία επιλογής όταν έρχεται η ώρα της ανεξαρτησίας… Γι΄αυτούς τους λόγους η δική μου άποψη είναι πως η μόνη σωστή λύση για την Κύπρο είναι η αυτοδιάθεση που οδηγεί στην Ένωση. Αντιλαμβάνομαι βέβαια, ότι είναι εντελώς αδύνατο για την σημερινή κυβέρνηση (Μακμίλλαν) να διακηρύξει αυτή τη λύση ως το σωστό στόχο, αν όχι για τίποτε άλλο για την δήλωσή μας της 19ης Δεκεμβρίου 1956. Μου φαίνεται πως η μόνη λύση για να βγει η κυβέρνηση της Α.Μ. από τη δυσκολία είναι να δηλώσει δημόσια ότι όλες οι απόπειρες για μια συμβατική λύση μεταξύ των Κυβερνήσεων Ελλάδα και Τουρκίας έχουν αποτύχει και έτσι η Βρετανία θα συνεχίσει να κυβερνά το νησί με τον τρόπο που πιστεύουμε είναι καλύτερος. Δίχως να δεσμευόμαστε για νέες διεθνείς συνομιλίες. Το να καθορίσουμε «μορατόριουμ» θα οδηγήσει σε περισσότερες δυσκολίες τόσο για την εσωτερική διοίκηση της νήσου όσο και για μας , την Ελλάδα και Τουρκία. ΄Ομως δεν πιστεύω πως οι δυσκολίες αυτές θα είναι μεγαλύτερες από εκείνες που θα δημιουργηθούν αν εγκριθούν από τους υπουργούς τα δύο σχέδια που έχουμε ετοιμάσει…». 

΄Οταν λοιπόν σε κάποια φάση των διαπραγματεύσεων μεταξύ 21 – 26 Αυγούστου 1964 (θα αναφερθώ αναλυτικότερα) τα πράγματα κορυφώθηκαν όσον αφορά τους φόβους των Αμερικανών οι δε Τούρκοι δεν υποχωρούσαν στις προτάσεις του Άτσεσον, οι Αμερικανοί αποφάσισαν να προχωρήσουν σε «Ένωση δίχως όρους». Αγνοώντας για τις σίγουρες τουρκικές αντιδράσεις, αφήνοντας την διαπραγμάτευση των ωφελημάτων προς την Τουρκία για συζήτηση και ολοκλήρωση μετά την επιβολή της Ένωσης.

Όμως οι Βρετανοί, που παρακολουθούσαν στενά το θέμα για να δουν αν θα  μπορούσε να επιτευχθεί κάποια συμφωνία νοουμένου θα συμφωνούσε η Τουρκία, όταν είδαν ότι  θα δημιουργούσε τεράστια προβλήματα στην Κύπρο που θα επηρέαζαν και την δική τους παρουσία στο νησί, έδωσαν τέλος στην πρόταση  εφόσον επίσης γνώριζαν ότι στην επιδίωξή τους εκείνη, οι Αμερικανοί δεν ΕΙΧΑΝ κανένα Σχέδιο Β παρά μόνο την αποκαρδιωτική  δήλωση του υφυπουργού Τζιώρζ Μπόλ ότι αν αποτύγχανε το σχέδιό τους το αποτέλεσμα θα ήταν « a hell of a mess”. Ένα φοβερό χάος!

Ο Αμερικανός δικηγόρος και πολιτικός  Ντίν ΄Ατσεσον, υπηρετήσας επί Προέδρου Χάρη Τρούμαν μεταξύ 1949 και 1953 ως Υπ. Εξωτερικών,  διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην διαμόρφωση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής και  είχε βοηθήσει και στον σχεδιασμό του Σχεδίου Μάρσιαλ μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, διορίσθηκε   από τον Αμερικανό Πρόεδρο Λίντον Τζόνσον ως μεσολαβητής για διαπραγμάτευση λύσης του Κυπριακού που ξεκίνησαν στη Γενεύη τον Ιούλιο του 1964.

Με την συγκατάθεση των Βρετανών και με τον Βρετανό λόρδο Χούτ και το «επιτελείο» του δίπλα του,  προτού ξεκινήσει τις διαπραγματεύσεις, τους πρώτους που είδε στις 15 Ιουλίου και εξασφάλισε τις απαιτήσεις τους ήταν τους Τούρκους. Τον  Δρ. Νιχάτ Ερίμ,  Τούρκο Συνταγματολόγο, αρχιτέκτονα τόσο του Σχεδίου «Επανάκτηση της Κύπρου» 1956 όσο και των Συμφωνιών Ζυρίχης και Λονδίνου (όπως τον χαρακτηρίζουν οι ίδιοι οι Βρετανοί) και τον   Στρατηγό Τουργκούτ Σουνάλπ.  (Turgut Sunalp). Και είναι με βάση εκείνες τις απαιτήσεις που  ξεκίνησε στη Γενεύη ένα ανατολίτικο παζάρι μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων με προτάσεις που μεταβάλλονταν από τη μία μέρα στην άλλη, πότε για ικανοποίηση της μιας πλευράς και πότε της άλλης δίχως καν να λαμβάνονται  υπόψη οι ιθαγενείς Ελληνοκύπριοι.  Ο Δρ. Ερίμ έθεσε υπόψη του την απαίτηση της Τουρκίας για εξασφάλιση της περιοχής βορειο-ανατολικά της Κύπρου (Χερσόνησο Καρπασίας).  ΄Ομως ο Τούρκος Στρατηγός Σουνάλπ απέρριψε τα όσα ζήτησε ο Ερίμ και απαίτησε διχοτόμηση με το βόρειο μέρος της Κύπρου να δοθεί στην Τουρκία και υποστήριξε ότι τουρκική εισβολή μπορούσε να επιτευχθεί φτάνει να μην αναμειγνυόταν  ο 6ος Αμερικανικός Στόλος.

Να σημειωθεί ότι η γραμμή Μπόλ αρχές Ιουνίου 1964 συγκεντρωνόταν σε δύο πιθανές λύσεις. 1) Ένωση με παραχωρήσεις ελληνικού εδάφους στην Τουρκία και 2) Πιθανή δημιουργία τουρκικής βάσης στα βοριεοδυτικά της νήσου, την χερσόνησο του Ακάμα.

Στις  4-5 Αυγούστου η Αμερικανική πρεσβεία στο Λονδίνο ενημέρωσε το Φόρειν ΄Οφις  και τον Βρετανό πρωθυπουργό ότι οι διαπραγματεύσεις στην Γενεύη δεν πήγαιναν καθόλου καλά, και ο Ντίν Ράσκ   (Αμερικανός ΥΠΕΞ) ανησυχούσε για σοβιετική ανάμιξη αν παραβιαζόταν η εύθραυστη εκεχειρία στο νησί.  Οι Βρετανοί δεν συμμερίζονταν τους αμερικανικούς φόβους και τους είπαν οι σοβιετικές υποσχέσεις προς τον Μακάριο ήταν απλά δίχως περιεχόμενο. Η σοβιετική κυβέρνηση δεν ήθελε στρατιωτική ανάμιξη σε μια περιοχή δίχως εύκολη πρόσβαση γι΄αυτήν και πως οι ίδιοι είχαν ήδη  προβεί σε διαμαρτυρία προς τον Μακάριο για την έκκλησή του προς τους Σοβιετικούς στη βάση της σχέσης της Κύπρου με την Κοινοπολιτεία.  Συμφωνούσαν με το Σοβιετικό πρέσβη στο Λονδίνο (κ. Kuznetsov)  ότι ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν ήθελε στην πραγματικότητα την Ένωση και το είχε γνωστοποιήσει στην ελληνική κυβέρνηση, ότι δεν θα έκανε καμία  παραχώρηση για χάρη της ΄Ενωσης και θα έπαιρνε το θέμα στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ. Οι Βρετανοί δεν πίστευαν στις δηλώσεις  του Αρχιεπισκόπου όπως π.χ. μιλώντας στους δημοσιογράφους στις 28 Ιουλίου, είπε ότι η Ένωση ήταν ο τελικός στόχος μιας και η πλήρης ανεξαρτησία συμβίβασε το δικαίωμα της αυτό-διάθεσης. Επίσης γνώριζαν ότι και οι  Ρώσοι  αντιπαθούσαν την ΄Ενωση γιατί θα σήμαινε ‘νατοποίηση’ της Κύπρου κατά την ελληνική φρασιολογία και γιατί κάτω από ελληνική κυριαρχία το ΑΚΕΛ δεν θα ευδοκιμούσε όπως έκανε με την ανεξάρτητη Κύπρο.

 (Παρένθεση – Το δικαίωμα της Ένωσης όμως ήταν ο ίδιος ο Μακάριος  που το συμβίβασε όταν έδωσε στην Αθήνα ενυπόγραφη μεταστροφή από την Ένωση στην Ανεξαρτησία τον Σεπτέμβριο του 1958 μετά την συνάντησή του με την απεσταλμένη του σερ Χιού Φούτ, Εργατική Μπάρπαρα Κάσλ. (H  επιστολή εκείνη δόθηκε στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα –  αναφορά στο βιβλίο του Charles FoleyIsland in Revolt”  1962. Υπάρχουν κα άλλες αναφορές στα βρετανικά έγγραφα για πρόθεση εγκατάλειψης της Ένωσης αρχές του 1959).

Στις 4 Αυγούστου  το Φόρειν  Όφις απάντησε στον Έλληνα  ΥΠΕΞ  Σταύρο Κοστόπουλο, ο οποίος ρωτούσε κατά πόσο η Βρετανία θα δεχόταν την πρόταση ΄Ατσεσον για παρουσία τουρκικών στρατευμάτων στις βρετανικές βάσεις, ότι το Λονδίνο την είχε ήδη απορρίψει, όπως και οι Αρχηγοί  των Βρετανικών Στρατιωτικών  Επιτελείων.   Είτε με φιλοξενία τουρκικών στρατευμάτων στις κυρίαρχες περιοχές των βάσεων στην Κύπρο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ είτε μέσω μιας απευθείας διμερούς διευθέτησης Ελλάδας/Τουρκίας… Οι Υπουργοί εξουσιοδότησαν τον λόρδο Χούτ να απαντήσει αρνητικά στον ΄Ατσεσον και στον μεσολαβητή του ΟΗΕ. Οι Αρχηγοί φοβόντουσαν, και συμφωνούσε και η Βρετανική Υπάτη Αρμοστεία στη Λευκωσία,  ότι η στάθμευση τουρκικών στρατευμάτων στις βάσεις ως τελική λύση θα προκαλούσε ένταση και αντιδράσεις από τους Ελληνοκύπριους ζητώντας την αποχώρηση των βάσεων.

Ο Υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού στις 5 Αυγούστου κάλεσε τον Βρετανό ΄Υπατο Αρμοστή και του επέστησε την προσοχή στην χειροτέρευση των σχέσεων  των δύο χωρών αποκλειστικά λόγω της φιλοτουρκικής στάσης της βρετανικής κυβέρνησης. Του είπε ότι προτάσεις για ξεχωριστές κοινότητες στη Κύπρο ή για τουρκική βάση απορρίπτονταν από την κυπριακή κυβέρνηση ούτε θα δεχόντουσαν επιβολή από έξω της Ένωσης με την Ελλάδα.  Απαιτούσαν ατόφια ανεξαρτησία μετά την οποία ο λαός θα αποφάσιζε για Ένωση είτε με δημοψήφισμα είτε με ψήφισμα στην Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ.

Την ίδια μέρα  ξεκίνησαν τα επεισόδια στη Μανσούρα και στον Άγιο Θεόδωρο. Ο  Γεώργιος Παπανδρέου κάλεσε στην Αθήνα τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα ο οποίος επέστρεψε την επομένη. Την ίδια μέρα κλιμακώθηκαν υπό την ηγεσία του οι στρατιωτικές συγκρούσεις στη Μανσούρα, οι οποίες όμως είχαν αρχίσει το βράδυ της 5ης Αυγούστου. Στις 7 Αυγούστου οι ελληνοκυπριακές δυνάμεις κατέλαβαν το ύψωμα Λωρόβουνου και ο Γρίβας ετοιμαζόταν να επιτεθεί για να καταλάβει τα Κόκκινα, στις βόρειες ακτές του νησιού απ όπου οι Τ/κ εισήγαγαν κρυφά οπλισμό και μαχητές από την Τουρκία. Η  Τουρκία αντέδρασε με τους αεροπορικούς βομβαρδισμούς στις 8 και 9 Αυγούστου.

Ο Αμερικανός Υφυπουργός των Εξωτερικών Τζιώρζ Μπόλ ήταν με την εντύπωση ότι η επιχείρηση εκείνη έγινε με εντολή του Γρίβα και της Ελληνικής κυβέρνησης  για να τορπιλίζονταν οι διαπραγματεύσεις αλλά ο  Σταύρος Κοστόπουλος, δεν γνώριζε τι ακριβώς είχε συμβεί. Οι Βρετανοί, όμως, έγραψαν επιγραμματικά ότι η επιχείρηση εκείνη δεν ήταν έργο του Γρίβα αλλά σκόπιμη επιχείρηση της κυπριακής κυβέρνησης που διαφωνούσε με τις προτάσεις Άτσεσον για τουρκική βάση. Η εντολή δόθηκε από την  Κυπριακή Κυβέρνηση στον Γρίβα.  Η οποιαδήποτε ανάμιξη του Γρίβα έγινε αυστηρώς ενάντια στις επιθυμίες της Ελληνικής Κυβέρνησης.

Στις 9 Αυγούστου ο Γεώργιος Παπανδρέου είπε στον Βρετανό Πρέσβη στην Αθήνα Sir R. Murray ότι επέπληξε δημόσια τον Μακάριο για την ενέργεια εκείνη και τον εξέθεσε ενώπιον των πολιτικών κινδύνων, ο Γρίβας είχε διοριστεί Αρχηγός όλων των δυνάμεων στην Κύπρο από τον Μακάριο, διορισμό που είχε αποδεχθεί. Ο Παπανδρέου δεν το ενέκρινε και ο Γρίβας παραιτήθηκε. Ο Παπανδρέου είχε καλέσει τον Μακάριο να σταματήσουν οι εχθροπραξίες και αυτό είχε επιτευχθεί το βράδυ της 8ης Αυγούστου, αλλά οι Τούρκοι συνέχιζαν τις επιθέσεις. Τώρα ο Μακάριος του έλεγε είτε η Ελλάδα τρέχει να σώσει την Κύπρο ή γυρίζει προς την Σοβιετική Ένωση.  Αν ο Μακάριος έκανε τέτοια κίνηση δεν θα ήταν μόνο καταστροφική διεθνώς,  στην Ελλάδα θα τον αποκαλούσαν προδότη και οι Κομμουνιστές θα παρουσιάζονταν οι μόνοι πατριώτες.

Στις 12 Αυγούστου 1964 ο Λόρδος Χούτ ενημέρωσε  τον ανώτερο αξιωματούχο στο Φόρειν ΄Οφις  J. O. Rennie, Assistant Under Secretary of State, για τους μεταβαλλόμενους «σχεδιασμούς» του ‘Ατσεσον.  Στο στάδιο αυτό ο Άτσεσον πρότεινε εκ περιτροπής Τουρκοκύπριους Έπαρχους και  τουρκική βάση  στο Ακρωτήρι Κρέκο  που δεν ήταν πυκνοκατοικημένη περιοχή. Ο Τζόν (Ιωάννης)  Ν. Σωσσίδης, διευθυντής του διπλωματικού γραφείου του ΄Ελληνα Πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου που λάμβανε μέρος στις διαπραγμάτευσεις είχε προτείνει μια πολύ μικρή περιοχή για τουρκική βάση, αλλά ο Άτσεσον είπε δεν έκανε, οι Τούρκοι δεν θα δεχόντουσαν και ρίχνοντας μια ματιά στο χάρτη επέλεξε την περιοχή στο Ακρωτήρι Κρέκο.

Την ίδια μέρα ο Βρετανό Πρέσβης κατ΄εντολή του Βρετανού Πρωθυπουργού είδε τον Γεώργιο Παπανδρέου για να μάθει πως έβλεπε τα πράγματα στη Γενεύη για λύση και πως θα εξασφάλιζε την έγκριση της Κυπριακής Κυβέρνησης. Ο Παπανδρέου εμφανίστηκε αισιόδοξος. Ήταν έτοιμος σε μια λύση Ενώσεως,  να δεχθεί παρατηρητές του ΟΗΕ για την τουρκική μειονότητα, και Τούρκους Κυβερνήτες (Έπαρχους). Υπό κάποια μορφή, δεχόταν λύση,  με τουρκική  βάση, αλλά ξεχωριστή από τις βρετανικές βάσεις, με lease, ενοικιαγορά για 25 χρόνια ήταν η εισήγηση αλλά ήταν συζητήσιμο. Ο Άτσεσον είχε εισηγηθεί ναυτική και αεροπορική βάση και ο Παπανδρέου είπε ότι και αυτή η ιδέα ήταν καλή. Όσον αφορά το πώς θα εξασφάλιζε το ΝΑΙ των Κυπρίων πίστευε ότι πρώτα απ΄όλα Ελλάδα και Τουρκία έπρεπε να φθάσουν προκαταρκτικά σε συμφωνία στην Γενεύη. Μετά η Κυπριακή Βουλή να ψηφίσει για Ένωση ‘δίχως όρους’.  Μετά Ελλάδα και Τουρκία να δουλέψουν πάνω στις λεπτομέρειες της συμφωνίας και τότε να λεχθούν οι ‘όροι’.  Δεν πίστευε ότι μπορούσαν να φθάσουν σε πλήρη συμφωνία πίσω από τη ράχη των Κυπρίων, θα διέρρεε και θα την τορπίλιζαν (οι Κύπριοι). Ήδη κινδύνευε να αποκηρυχτεί στην Κύπρο προδότης γιατί δεν έστειλε βοήθεια σε σχέση με τους τουρκικούς βομβαρδισμούς.

Στις 18 Αυγούστου οι Τούρκοι σκλήρυναν τη στάση τους απαιτώντας τέσσερις ξεχωριστές ζώνες που ισοδυναμούσαν με διχοτόμηση σε 4 κομμάτια. Εν τω μεταξύ ο Βρετανός Πρέσβης δεν είχε πεισθεί πως θα εξασφαλιζόταν η κυπριακή συγκατάθεση και ζήτησε την ίδια μέρα περαιτέρω εξηγήσεις από τον κ. Κοστόπουλο, ο  οποίος παραδέχθηκε ότι τα πράγματα ήσαν πολύ πιο δύσκολα με την ανάμιξη των Σοβιετικών, τους οποίους είχε προσεγγίσει η Κυπριακή Κυβέρνηση. Και τότε ενημέρωσε τους Βρετανούς για μια πρόταση που έκανε ο Παπανδρέου το προηγούμενο βράδυ στον Αμερικανό Πρέσβη:  Η Ελλάδα να κάνει πραξικόπημα στην Κύπρο ΠΡΙΝ την συμφωνία με την Τουρκία, το πραξικόπημα να συνεπάγεται άμεση ανακήρυξη της Ένωσης, να ακολουθήσει κάποιο ψήφισμα στη Βουλή και  οι ΗΠΑ και η Βρετανία να αναλάβουν  να συγκρατήσουν τους Τούρκους και μετά την Ένωση να τα βρουν Ελλάδα και Τουρκία.

Ο Αμερικανός Πρέσβης όμως αμέσως μετά πρόσθεσε ότι ο Έλληνας Πρωθυπουργός βρισκόταν σε βαθιά απόγνωση όταν έκανε την εν λόγω πρόταση και παραδέχθηκε ότι έγινε άσκεφτα. Η Κύπρος είναι χώρα μέλος της Κοινοπολιτείας και είναι απαράδεκτο κάτι τέτοιο. ΄Όμως, πρόσθεσε ο Βρετανός Πρέσβης στο τηλεγράφημά του προς το Φόρειν Όφις, «ελπίζω οι δύο κυβερνήσεις μας να μην απορρίψουν την ιδέα πλήρως, ίσως σε κάποια φάση να μην έχουμε άλλη επιλογή από ένα ελληνικό πραξικόπημα για να εμποδίσουμε μια Κούβα της Μεσογείου»…

Πίσω στο Λονδίνο το Φόρειν ΄Οφις την ίδια μέρα,  εσπευσμένα ζήτησε συνάντηση με τους Αμερικανούς Ντίν Ράσκ και Τζιώρζ Μπόλ τους οποίους προειδοποίησε  ότι οι ίδιοι δεν πιστεύουν τέτοια λύση μπορεί να γίνει δεκτή από τους Κύπριους.  Ο Μπόλ συμφώνησε αλλά επέμενε ότι υπήρχε κάποια ελπίδα, έπρεπε να δοκιμάσουν.

Συνέχεια την ίδια μέρα 18 Αυγούστου, έκτακτη συνεδρία λαμβάνει χώρα στην πρωθυπουργική κατοικία μεταξύ του Πρωθυπουργού, του Υπουργού Κοινοπολιτειακών Σχέσεων του Sir Burke Trend (Cabinet Secretary) και του  D. J. Mitchell συζήτησαν το Κυπριακό. Λέχθηκε ότι η απομάκρυνση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ίσως να ήταν μια προϋπόθεση για λύση.  Μπορούσαν οι Έλληνες να ετοιμάσουν τον Στρατηγό Γρίβα ως αντικαταστάτη του, γι΄αυτό θα τους ήταν χρήσιμο να ερχόντουσαν σε επαφή με τον Γρίβα, προτιμητέο φανερά, για να ήταν πιο ξεκάθαρο που στέκονταν.  (Δεν υπάρχει εδώ συνέχεια στο θέμα αυτό).

Φθάνουμε στις 20 Αυγούστου όταν ο Μπόλ έδωσε εντολή στον Άτσεσον να κλιμακώσει τις διαπραγματεύσεις και στον Αμερικανό Πρέσβη στο Λονδίνο να ενημερώσει σχετικά τους Βρετανούς για την απόφαση του Αμερικανού Προέδρου ότι δεν υπήρχε περιθώριο χρόνου ενόψει της πιθανότητας οι Ρώσοι να εγκαταστήσουν πυραύλους στο νησί και  ζήτησε την πλήρη συνεργασία της κυβέρνησης της Αυτού Μεγαλειότητας στις πρωτοβουλίες τους τα επόμενα κρίσιμα 24ωρα. Η επίτευξη της ‘άμεσης Ένωσης’ εξαρτιόταν από την Ελληνική Κυβέρνηση, δεν γνώριζε πως θα την κατόρθωναν αλλά οι ίδιοι (Αμερικανοί) δεν θα είχαν καμία ανάμιξη.  Και ερωτηθείς από τον Βρετανό αξιωματούχο στην Ουάσιγκτον κ. Greenhill  τι θα γίνει αν αυτή η κίνηση αποτύχει, η  απάντηση Μπόλ,: «one hell of a mess»  «τρομερό/φοβερό χάος».

Στο Λονδίνο ο  Αμερικανός πρέσβης κ. Bruce  ενημέρωσε τους Βρετανούς ότι ο ΄Ατσεσον ζήτησε από τη Τουρκία να δεχθεί βάση στη Χερσόνησο της Καρπασίας με ενοικιαγορά 45-50 χρόνια που να περιλαμβάνει ολόκληρη τη περιοχή ανατολικά μιας γραμμής από βόρεια προς νότια ακριβώς δυτικά της Κόμης Κεπήρ. Επιπλέον θα υπήρχαν κάποιες άλλες διευθετήσεις για τα μειονοτικά δικαιώματα. Ο Άτσεσον μετά από συνάντηση με τον Καθηγητή Ερίμ έμεινε με την  εντύπωση (προφανώς λανθασμένα) ότι μπορούσε να παραδώσει την επιστολή του Αμερικανού προέδρου προς τον Γεώργιο Παπανδρέου μέσω του Αμερικανού πρέσβη Labouisse με την οποία τον καλούσε να δεχθεί αμέσως τις προτάσεις του Άτσεσον για να αποφευχθεί κομμουνιστικοποίηση της Κύπρου. Ο Labouisse όμως αντιλαμβανόταν τις δυσκολίες του Παπανδρέου που αν και ήθελε να δεχθεί τις προτάσεις δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει το Μακάριο καθώς και τους δικούς του, και αυτά τα μεταβίβασε εμπιστευτικά ο πρέσβης στους Βρετανούς.

Στις 21 Αυγούστου ο λόρδος Χούτ ενημερώνει το Λονδίνο ότι ο Σωσσίδης αναμενόταν στη Γενεύη με μάλλον ευνοϊκή θέση ενώ οι Τούρκοι είχαν αντιδράσει έντονα. Ο Άτσεσον σκόπευε να ξεκινήσει πιέσεις πάνω στους Τούρκους μόλις λάμβανε το ναι της Αθήνας και πρότεινε όπως ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα συγχαρεί την ελληνική κυβέρνηση και την αντιπολίτευση για την αποδοχή των αμερικανικών προτάσεων, να  τους ενθαρρύνει να καθησυχάσουν το Τύπο και στην ΄Αγκυρα οι δύο πρέσβεις Βρετανίας και ΗΠΑ να πιέσουν την Τουρκία δεχθεί. (Τόσο εύκολο…)

Στις 22 Αυγούστου ο Σωσσίδης μετέφερε την προσωπική αποδοχή των προτάσεων από τον Γεώργιο Παπανδρέου, σύμφωνα με ενημέρωση του λόρδου Χούτ προς Φόρειν ΄Οφις, αλλά ζήτησε αλλαγές  στην προτεινόμενη βάση Καρπασίας, αποκλεισμό του Μοναστηρίου Αποστόλου Ανδρέα και δύο χωριών και κάποια τροποποίηση στη δυτική περιοχή τις οποίες απέρριψε ο Άτσεσον, αλλά, είπε ότι θα έκανε ότι μπορούσε όταν θα ολοκληρωνόταν η συμφωνία. (Δηλαδή αόριστα και ακαθόριστα).  Ο Σωσσίδης είπε επίσης ότι ο πρωθυπουργός χρειαζόταν τρεις εβδομάδες για τις ετοιμασίες που θα περιλάμβαναν την ενίσχυση με ελληνικά στρατεύματα στην Κύπρο και αρκετά λεφτά προς Κύπριους βουλευτές και εφημερίδες, ουσιαστικά εξαγορά αποδοχής. Στο τέλος των προετοιμασιών αυτών ο Παπανδρέου θα ανακοίνωνε τους όρους της συμφωνίας Άτσεσον και θα κήρυσσαν την Ένωση. Αν οι Τούρκοι απέρριπταν τις προτάσεις οι Αμερικανοί θα στέκονταν πλάι στους Έλληνες φτάνει να εξασφάλιζαν οριστική αποδοχή  από ολόκληρη την ελληνική κυβέρνηση.

Στις 24 Αυγούστου άκρως απόρρητη μακροσκελής έκθεση προς τον Βρετανό Πρωθυπουργό από τον μόνιμο υπουργό Harold Caccia, Permanent Under-Secretary of State,  μάλλον αρνητική για  τις αμερικανικές προτάσεις.  Γράφει η έκθεση: « Ο Αμερικανός πρέσβης με ενημέρωσε άκρως εμπιστευτικά ότι η ιδέα (λύσης) βασίζεται στην θεωρία ότι το χειρότερο αποτέλεσμα θα είναι μια Κούβα της Μεσογείου. Αν είναι έτσι η Ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ενθαρρυνθεί να κηρύξει άμεσα την Ένωση με οποιουσδήποτε όρους μπορεί. Αυτό σημαίνει ότι ο Παπανδρέου θα αφήσει το Γρίβα να τελειώσει τη δουλειά αλλά απ΄ότι μας είπε ο Παπανδρέου ο Γρίβας σίγουρα δεν συμφωνεί με τις προτάσεις Άτσεσον,  στην εσχάτη περίπτωση το μόνο που μπορεί να δεχθεί είναι μια μικρότερη αμερικανο-τουρκική βάση για περιορισμένο χρονικό διάστημα στα Νοτιο-Ανατολικά και όχι Βορειο-Ανατολικά της Κύπρου. Και καθώς οι Έλληνες προσπαθούν να το καταφέρουν, και ισχυρίζονται ότι χρειάζονται μόνο 48 ώρες, οι Αμερικανοί θα προσπαθούν να κρατήσουν τους Τούρκους να μην κάνουν τίποτα. Όταν μου  έδειξε χθες ο κ. Bruce το μήνυμα αυτό του είπα ότι  προτού του απαντήσουμε ότι συμφωνούμε με μια τέτοια ιδέα, πρέπει να συμβουλευθώ τον Υπουργό Εξωτερικών και τον Πρωθυπουργό και ότι αμφέβαλα υπερβολικά ότι η Κυβέρνηση της Αυτού Μεγαλειότητας θα συμφωνούσε με κάτι τέτοιο.  Ο Λόρδος Carrington σήμερα το πρωί επανέλαβε ότι ήταν ξεκάθαρο πως και ο ίδιος ο κ. Bruce είχε σοβαρές αμφιβολίες και ότι δεν έπρεπε να υπολογίζουμε ότι και η Ουάσιγκτον θα συμφωνούσε με τις απόψεις του Άτσεσον, όμως η ιδέα για Κούβα της Μεσογείου θα έπαιζε κάποιο ρόλο στην Ουάσιγκτον…¨

Στη συνέχεια ο Μόνιμος Υπουργός  Harold Caccia αφού πρότεινε να προσέγγιζαν οι ίδιοι το Μακάριο για τους κινδύνους από τις επαφές του  με τη Μόσχα και την Αίγυπτο να τον επηρέαζαν να δεχθεί μια συμβιβαστική λύση στις γραμμές του Άτσεσον, αλλά αυτό ως μια ιδέα, έκλεισε με την προειδοποίηση ότι το χειρότερο γι΄αυτούς αν ξεκινούσαν μια τέτοια διαδικασία θα ήταν να τους τα τορπίλιζε ο Μακάριος.

Ο δε Λόρδος Carrington (Υπουργός τότε  άνευ χαρτοφυλακίου και ηγέτης της Βουλής των Λόρδων)  σε σημείωσή του για την πιο πάνω έκθεση εισηγήθηκε την ιδέα εκφοβισμού του Μακαρίου, 1) με τις πιθανές συνέπειες αποχώρησης της ΟΥΝΦΙΚΥΠ, 2) την πιθανότητα τουρκικής εισβολής που δεν θα εμπόδιζαν τα Ηνωμένα Έθνη και 3) για την προσωπική του ασφάλεια.

Την ίδια μέρα ο Μπόλ τηλεγραφεί στο Φόρειν ΄Οφις ότι αν όλα ναυαγήσουν οι Αμερικανοί θα ήσαν αναγκασμένοι να δεχθούν την Ένωση δίχως τουρκική συμφωνία ως προς τους όρους με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να υπάρξει κατανόηση μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων για απευθείας συνομιλίες μετά την ΄Ενωση. Ομολογούσε όμως ο Μπόλ ότι δεν γνώριζε τι θα προέκυπτε σε τέτοια περίπτωση… Και ότι έστελναν τον  Στρατηγό Πόρτερ στην Άγκυρα να βολιδοσκοπήσει τους πραγματικούς στόχους των στρατιωτικών και να τους τονίσει ότι δεν  θα γινόταν αποδεκτή η χρήση αμερικανικών όπλων εναντίον της Κύπρου.

Παράλληλα την ίδια μέρα  ο Γεώργιος Παπανδρέου τελικά ενημερώνει τον Άτσεσον ότι ενόσω ο ίδιος ήταν έτοιμος να δεχθεί τις προτάσεις του,  οι ΄Ελληνες στρατηγοί του διαφωνούσαν, δεν πίστευαν ότι θα γινόντουσαν δεκτές από τους Κύπριους. Ο Άτσεσον, αντίθετα με τον Μπόλ που συνέχιζε να ευελπιστεί, ομολογούσε στον λόρδο Χούτ ότι η προσπάθεια στη Γενεύη είχε τελείωσε.

Στις 25 Αυγούστου ο Γεώργιος Παπανδρέου κάνει μεταστροφή, «μια τακτική βασανιστική γι΄αυτόν, τώρα προσπαθεί να κερδίσει την κοινή γνώμη στην Κύπρο μετά τις πρόσφατες απογοητεύσεις με την Ελλάδα και να σταθεί πίσω από τον Μακάριο» έγραψε ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα και πρόσθεσε «Φαίνεται πάντως ότι προσπαθώντας να  πείσει το Μακάριο να μην προχωρήσει σε συμφωνία με τη Ρωσία για την οποία η Ένωση είναι ανάθεμα και να εντάξει τη Κύπρο στο ΝΑΤΟ, δέσμευσε τον εαυτό του για Ένωση δίχως όρους. Δεν μπόρεσε να εξασφαλίσει την  αποδοχή των Κυπρίων για τη συμφωνία στην Χερσόνησο…»

Τέλος τον επικήδειο της περιπέτειας στη Γενεύη έκλεισε την ίδια μέρα 25 Αυγούστου,  το Φόρειν ΄Οφις  με το αυστηρά απόρρητο, επείγον και καθοριστικό τηλεγράφημά του προς Τζιώρζ Μπόλ.

Το τηλεγράφημα αυτό είναι μια περίτρανη απόδειξη του πόσο οι Βρετανοί αφενός ήσαν (είναι ακόμα) δεσμευμένοι να υποστηρίζουν τα τουρκικά συμφέροντα και αφετέρου ελέγχουν τις κινήσεις των Αμερικανών σε σχέση με το Κυπριακό και τους τραβούν το χαλί κάτω από τα πόδια τους όταν το θεωρήσουν αναγκαίο.  Εστάλη προς την βρετανική πρεσβεία στην Ουάσιγκτον με αντίγραφα στον λόρδο Χούτ και την  βρετανική αντιπροσωπεία στην Γενεύη, στις βρετανικές πρεσβείες ΄Αγκυρας, Αθήνας, Λευκωσίας, βρετανική αντιπροσωπεία στο ΝΑΤΟ και στα Ηνωμένα Έθνη.  Επιγραμματικά το περιεχόμενο:

«… Παρακαλώ πές τε στον κ. Μπόλ ότι πιέζοντας για Ένωση τώρα προτού έχουμε την σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας ως προς τους όρους, βλέπουμε θανάσιμους κίνδυνους. Η κυβέρνηση της Α. Μεγαλειότητας δεν μπορεί εν πάση περιπτώσει να εμπλακεί σε τέτοια κίνηση ή να πάρει μέρος σε προσπάθεια να πείσει την Τουρκία να συμφωνήσει σ΄αυτό. Οι λόγοι μας είναι:

Είμαστε συν-εγγυητές με τις κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας στις συνθήκες της Κύπρου και, έχοντας βάλει την υπογραφή μας σ΄αυτές, δεν μπορούμε να αναμειχθούμε ενθαρρύνοντας το ένα μέρος από τα άλλα δύο μονομερώς να αναστατώσει τις συμφωνίες εις βάρος του άλλου μέρους…

Ενόψει των προηγούμενων πρωτοβουλιών μας στο να αποθαρρύνουμε την Τουρκία να εξασκήσει εκείνο που θεωρεί ως δικαίωμα της βάση της συνθήκης Εγγυήσεως, δεν βλέπουμε πως θα  μπορούσαμε  να δικαιολογήσουμε στους Τούρκους τη γραμμή δράσης που σκέφτεται τώρα ο κ. Μπόλ. Οι Τούρκοι δικαιολογημένα μπορούν να ισχυριστούν ότι έχουν ήδη κάνει αρκετό συμβιβασμό δείχνοντας την διάθεση τους να δεχθούν την ένωση με κάποιους όρους. Δεν θα έχουν λόγο να υποθέσουν ότι μιας και επιτευχθεί η ένωση με τον τρόπο που τώρα προτείνεται θα έχουν (οι Τούρκοι) οποιαδήποτε λογική πιθανότητα να διασφαλίσουν το ελάχιστο των απαιτήσεων τους σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα. Επομένως αν η Ελλάδα τώρα θα ενθαρρυνθεί να προχωρήσει όπως εισηγούνται και τεθούν πιέσεις πάνω στην Τουρκία να μην επέμβει, στα σίγουρα θα θεωρήσει κάτι τέτοιο ως προδοσία από την Δύση.

Σε τέτοια περίπτωση κρίνουμε ότι η Τουρκία θα ξανασκεφθεί τη σχέση της με το ΝΑΤΟ, το ΣΕΝΤΟ και τη Δύση. Οποιαδήποτε φυσική απόπειρα από τους Αμερικανούς ( π.χ. με τον 6ο Στόλο) να εμποδιστεί μια τουρκική επέμβαση οπωσδήποτε θα έχει σοβαρές επιπτώσεις. Από την άλλη αν ο κ. Ινονού δεν κάνει τίποτα τότε σχεδόν στα σίγουρα θα πέσει… Αντιμέτωποι με τους κίνδυνους από τη μεριά μας δεν θεωρούμε τη Κύπρο ως μια «πρώτης γραμμής προτεραιότητα», όσο σημαντική και να είναι.

Για όλους αυτούς τους λόγους ελπίζουμε ο Στρατηγός Πόρτερ θα είναι αρκετά διακριτικός στις επαφές του με τους Τούρκους στρατιωτικούς. Αν δώσει έστω και την παραμικρή ενημέρωση για τις τελευταίες σκέψεις του κ. Μπόλ αυτό θα αυξήσει τις δυσκολίες του κ. Ινονού να συνεχίζει μια συγκρατημένη πολιτική.

Ο λόρδος Χούτ πρέπει να μιλήσει στις γραμμές της παραγράφου 1 πιο πάνω στον κ. Άτσεσον.

Καθώς πιθανόν να υπάρχει κάποιος κίνδυνος να βρεθούμε εκτός γραμμής με την αμερικανική κυβέρνηση όσον αφορά τους θεμελιώδους στόχους μας και μεθόδους, να εισηγηθείτε στον κ. Μπόλ ότι θα πρέπει να έχουμε μια συνάντηση αν μπορεί αυτό να διευθετηθεί». 

( Το έχω δημοσιεύσει στο αγγλικό μου Βιβλίο «Conspiracy or Blunder?» σελ. 196 και στο ελληνικό ΄Διζωνική Εκτέλεση Κυπριακής Δημοκρατίας 1955-2011’).

Την ίδια μέρα ακολούθησαν δύο ανακοινώσεις. Η μία από τον Γεώργιο  Παπανδρέου εκφράζοντας την βαθιά του απογοήτευση για τις λανθασμένες δημοσιογραφικές αναφορές που έσπερναν ανησυχία στο έθνος και δήλωνε κατηγορηματικά ότι δεν υπήρχε διαφωνία μεταξύ της δικής του και της κυπριακής κυβέρνησης. Και εξίσου κατηγορηματικά δήλωνε ότι δεν υπήρξε πίεση ούτε είχε γίνει δεχθεί λύση. Εκείνο που αποκρυσταλλώθηκε είπε, ήταν ότι μόνο η ΄Ενωση είναι η φυσική λύση για το Κυπριακό πρόβλημα. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόοδος που καταφέραμε. Η δεύτερη από τον ΥΠΕΞ της Κύπρου Σπύρο Κυπριανού, ο οποίος τόνισε και εκείνος ότι υπήρχε ομοφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων Αθηνών και Λευκωσίας «Είμαι πεπεισμένος (είπε) ότι η κυβέρνηση δεν πρόκειται να συμφωνήσει σε λύση η οποία δεν είναι αποδεχτεί από την Κύπρο. Η Κύπρος δεν συμφωνεί με την παραχώρηση βάσης σε οποιαδήποτε μορφή».

Τα κίνητρα Τάσσου Παπαδόπουλου

Την ίδια πάλι μέρα, ο τότε Υπ. Εργασίας της Κύπρου Τάσσος Παπαδόπουλος εξήγησε στον Βρετανό ΄Υπ. Αρμοστή Major General Sir Alec Bishop στη Λευκωσία, ξαφνιάζοντάς τον, ότι η απόρριψη της κυπριακής κυβέρνησης για τουρκική βάση δεν θα ίσχυε αν η βάση ήταν στην κυρίαρχη περιοχή των βρετανικών βάσεων. Με άλλα λόγια έγραψε ο ΄Υπ. Αρμοστής, ο κ. Παπαδόπουλος μου είπε πως  αν δώσουμε τη Δεκέλεια για βάση του ΝΑΤΟ με τουρκική συμμετοχή, και γίνει η ΄Ενωση πρώτα θα είναι ένωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ελλάδα και θα έχουμε εν πάση περιπτώσει να επαναδιαπραγματευθούμε την συνθήκη εγκαθίδρυσης με την Ελλάδα, δεν θα αντιμετωπίσουμε πρόβλημα με τον κυπριακό πληθυσμό. Ο κόσμος στην Κύπρο είχε συνηθίσει τις βάσεις και στο γεγονός ότι δεν του ανήκε η περιοχή που κάλυπταν. Οποιαδήποτε η θέση του Μακαρίου πριν δύο ή τρεις μήνες τώρα ήταν σίγουρα υπέρ της Ένωσης. Για να σημειώσει ο Αρμοστής ότι έπρεπε να μελετηθούν τα κίνητρα του Παπαδόπουλου για τις θέσεις αυτές που του εξέφρασε σε εκείνη ακριβώς την συγκυρία. Σημειώνεται ότι το ναυάγιο της Γενεύης είχε ήδη σφραγιστεί πριν τις δηλώσεις Παπαδόπουλου…

Στις 28 Αυγούστου τις αμερικανικές προτάσεις απέρριψε ενυπογράφως και η Τουρκία δια του τότε Υπουργού των Εξωτερικών Feridun Kemal Erkin.  Η επιστολή του Ερκίν δημοσιοποιήθηκε από τον αγαπητό Δρ Μάριο Ευρυβιάδη.

Και όταν στις 26 Αυγούστου ο λόρδος Χούτ ενημέρωσε τον Άτσεσον ότι ο Βρετανός Πρωθυπουργός είχε  αμφιβολίες για το σχέδιό του, ο Άτσεσον του παραδέχθηκε ότι και ο ίδιος είχε δεύτερες σκέψεις,  πίστευε ότι το ίδιο ίσχυε και για τον Μπόλ, και  κανένας τους δεν γνώριζε για το επόμενο βήμα.  Με οδηγίες της Ουάσιγκτον ο Άτσεσον έστειλε επιστολή στον Παπανδρέου λέγοντας του ότι οι  συνομιλίες της Γενεύης τερματίστηκαν.  Παράλληλα και ο κ. Μπόλ τα ίδια είπε στους Βρετανούς. Έβρισκε  δικαιολογημένα τα επιχειρήματα του Βρετανού πρωθυπουργού και ότι η συνέχιση των ιδεών του ήταν λάθος και ότι δεν θα είχε καμία ανάμιξη σε μια Ένωση δίχως όρους.  Ο Μακάριος θα πήγαινε την επομένη στο Κάιρο…

Στις 27 Αυγούστου όμως, αντίθετα με όσα είχε πει ο Παπαδόπουλος στον Βρετανό ΄Υπ. Αρμοστή στην Λευκωσία ο ΄Ατσεσον είπε στον λόρδο Χούτ ότι στην συνάντηση Μακαρίου/Παπανδρέου στην Αθήνα ο δεύτερος απέτυχε να εξασφαλίσει τη αποδοχή του Μακαρίου στην μεταβίβαση μίας εκ των βρετανικών βάσεων στην Τουρκία το ίδιο και ο Βασιλέας ο οποίος νόμιζε ότι είχε πείσει τον Αρχιεπίσκοπο να δεχθεί νατοϊκή βάση.  Ο Άτσεσον εισηγείται να μην γίνει πλέον τίποτα θα έμενε στη Γενεύη μέχρι να έβλεπε τον Ου Θάντ και θα έφευγε.

Εδώ  θα προσθέσω και την προσωπική μαρτυρία του βετεράνου δημοσιογράφου Φάνου Κωνσταντινίδη,  όπως την δημοσιοποίησε στο βιβλίο του « Ένας βετεράνος αποκαλύπτει»  για όσα κατ΄ιδίαν του είπε ο Πρόεδρος Μακάριος για το θέμα. Ο διάλογος:

Μακαριώτατε, έχει δίκαιο ο Παπανδρέου (Γεώργιος) όταν δηλώνει “Μακαριώτατε, άλλα συμφωνούμε κι’ άλλα πράττετε;” -Έχει απόλυτο δίκαιο ο Παπανδρέου. Πήγα στην Αθήνα (1964) και συμφωνήσαμε να έρθω στην Κύπρο και να κηρύξω την Ένωση.  Δυστυχώς, δύο στενοί συνεργάτες μου, (μου είπε τα ονόματα, αλλά με όρκισε να μην τα αποκαλύψω), με επηρέασαν να μην υλοποιήσω τα αποφασισθέντα.  (Εναντίον του ενός εξ’ αυτών καταφέρθηκε έντονα και για μίαν άλλη υπόθεση).

Μα αυτά που λέτε Μακαριώτατε είναι τρομερά και η ιστορία θα σας κατακρίνει, γιατί χάθηκε άλλη μία ευκαιρία για την Ένωση. -Βέβαια, δεν μπορώ να πω μετά βεβαιότητος ότι το σχέδιο για ανακήρυξη της Ενώσεως θα επιτύγχανε.  Όμως, κρίνω τον εαυτό μου ένοχο, γιατί χάθηκε μία ευκαιρία και έτσι έδωσα στον Παπανδρέου, και σε άλλους, την ευκαιρία να με επικρίνουν δημοσίως. (Από άρθρο Κώστα Βενιζέλου  Φιλελεύθερος 23.6.2016).

Στις 28 Αυγούστου όμως ενώ ο Άτσεσον  ενημερώνει τους Έλληνες ότι φεύγει από μεσολαβητής ο  Βασιλέας Κωνσταντίνος ενημέρωσε τον Παπανδρέου για δύο ‘εθνικές αποφάσεις’, πρόταση στους Τούρκους με παραχώρηση βάσης ή βάσεων στην Κύπρο στο μέγεθος των βρετανικών βάσεων και επί ενοικίω το Καστελλόριζο και προστασία της μειονότητας στην Κύπρο βάση των προτάσεων Άτσεσον και ζήτησε από τον πρωθυπουργό να κάνει την προσφορά προς τους Τούρκος. Ο Παπανδρέου όμως  διαφώνησε και απέρριψε το ‘σχέδιο’ του Βασιλέα Κωνσταντίνου.

Στις 29 Αυγούστου ο Ύπ. Αρμοστής στη Λευκωσία ενημερώνει το Γραφείο Κοινοπολιτειακών Σχέσεων και το λόρδο Χούτ στη Γενεύη ότι ένας Ελληνοκύπριος επιχειρηματίας ο κ. Λανίτης, ήθελε να του μιλήσει. ΄Ηταν  φιλόαγγλος, εναντίον της Ενώσεως, όχι φιλικός προς τον Μακάριο και τους άλλους φανατικούς όπως τους αποκαλεί, έγραψε ο Αρμοστής, και  σύστησε στον Χουτ να ακούσει τη γνώμη του για το Κυπριακό. Ο Λανίτης εισηγείτο απομάκρυνση Ελλάδας και Τουρκίας, ένα νέο σύνταγμα για πέντε χρόνια, το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης να αποφασιστεί με δημοψήφισμα μετά τα 5 χρόνια, τα Ηνωμένα Έθνη να εγγυηθούν τια δικαιώματα των Τούρκων και όσοι θέλουν να αποδημήσουν. Πίστευε ότι άτομα σαν τον ίδιο μπορούσαν να  δουλέψουν για μια ανεξάρτητη Κύπρο μέλος της Κοινοπολιτείας και ότι η πλειοψηφία των Κυπρίων θα απέρριπτε την Ένωση.

1 Σεπτεμβρίου τόσο ο Υπουργός Κοινοπολιτειακών Σχέσεων όσο και ο Αναπληρωτής Υπουργός ΄Αμυνας και ο Βρετανός Πρωθυπουργός συμφώνησαν ότι απορρίπτουν οποιαδήποτε ιδέα για παραχώρηση της Δεκέλειας στους Τούρκους. Και στις 3 Σεπτεμβρίου ο Υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας R. A. Butler  ενημερώνει τον Βρετανό Πρωθυπουργό ότι εκείνο που κατάλαβε ο Άτσεσον ήταν πως εκείνο που ενδιέφερε την Άγκυρα ήταν να εξασφάλιζε βάση στο νησί και όχι τα δικαιώματα της τουρκικής μειονότητας.  Ο ΄Ατσεσον περιέγραψε το Μακάριο άνθρωπο με χαμηλή πονηριά αλλά όχι με ψηλή εξυπνάδα, με θέληση αλλά δίχως μεγάλο όραμα και ότι εκείνος ήταν το ναι και το όχι και όχι η Ελληνική κυβέρνηση η οποία ήταν αδύνατη και επιπόλαιη δίχως αυτοπεποίθηση. Είχε ξεκαθαρίσει στους ΄Ελληνες ότι σε περίπτωση εισβολής τα Ηνωμένα ΄Εθνη δεν θα επενέβαιναν και ότι οι ΗΠΑ επέμεναν ότι με 10,000 Έλληνες στρατιώτες στην νήσο και ένα τριάστερο στρατηγό θα μπορούσαν να εμποδίσουν το Μακάριο από το κάνει ενέργειες που θα προκαλούσαν πόλεμο. Σύμφωνα με πληροφορίες που του δόθηκαν από τον Υπεύθυνο Επιχειρήσεων του Τουρκικού Επιτελείου Στρατού ο τουρκικός στόλος για εισβολή δεν ήταν ακόμα εις θέση ετοιμότητας.

Ο Άτσεσον όπως εξήγησε στους Βρετανούς πίστευε ότι μπορούσε να υπάρξει ακόμα μια προσπάθεια στο μέλλον αλλά πρώτα θα έπρεπε να ξεκαθαρίσουν το στόχο τους. Τι ήθελαν μια ανεξάρτητη Κύπρο ή Ένωση;  « Σε τελική ανάλυση ο Άτσεσον υποστηρίζει τις τουρκικές θέσεις. Δεν έχει κανένα ενδιαφέρον για την σημερινή ελληνική κυβέρνηση αλλά παραδόξως φαίνεται ότι πιστεύει πως θα πρέπει να δουλέψουμε πάνω σ΄αυτούς για να επηρεάσουν το Μακάριο» είπε ο κ.Butler.

Την 1 Οκτωβρίου και με δεύτερο έγγραφο στις 6 Οκτωβρίου ο Βρετανός Υπ. Εξωτερικών απέρριψε ασυζητητί νέα αμερικανική εισήγηση για βρετανική ενθάρρυνση του Βασιλέα να καλυτερεύσει τη πρότασή του και στις 24 Νοεμβρίου τελικά ο λόρδος Χούτ εξήγησε στον Βρετανό πρέσβη στην Αθήνα Sir Ralph Murray την τουρκική θέση πολύ καθαρά. Παρέμενε σταθερά η ίδια όπως την εξέθεσαν ο Δρ. Νιχάτ Ερίμ και ο Στρατηγός Σουνάλπ στις 15 Ιουλίου 1964 και μάλλον δεν επρόκειτο να αλλάξουν θέση ειδικά τώρα που μπορούσαν να βασιστούν σε κάποιο βαθμό και στην σοβιετική υποστήριξη… .

‘Εκθεση του  Υπ. Άμυνας της Βρετανίας τέλος του 1964 συνοψίσει τα όσα  έγιναν.   «Ο μεσολαβητής του ΟΗΕ κ. Τουομιόγια, γράφει,  πριν αρρωστήσει ελάχιστη επιρροή είχε για μια συμφωνημένη λύση, δεν πρότεινε καμία πρόταση και ήταν με αμερικανική παρότρυνση που ξεκίνησε στη Γενεύη αρχές Ιουλίου για διαπραγματεύσεις,  όπου πήγαν ο Αμερικανός Ντίν Άτσεσον και ο Βρετανός λόρδος Χούτ για να βοηθήσουν στην μεσολάβηση. Έτσι ο ΄Ατσεσον ξεκίνησε τις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας για μια λύση βάση των ακολούθων.

Α) Η Κύπρος να γίνει μέρος της Ελλάδας (΄Ενωση)

Β) Η Ελλάδα να επιτρέψει στην Τουρκία να δημιουργήσει μια βάση στην Κύπρο

Γ) Η Ελλάδα να δώσει ένα μικρό νησί κοντά στις τουρκικές ακτές

Δ) Η Ελλάδα να εγγυηθεί τα μειονοτικά δικαιώματα των Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο και, αν χρειαστεί να επιτρέψει ως εγγυητές τα Ηνωμένα ΄Εθνη ή για επιτήρηση των δικαιωμάτων τους

Ε) Να βρεθεί αποζημίωση για όσους Τουρκοκύπριους θα ήθελαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο.

Η τουρκική κυβέρνηση δέχθηκε να συζητήσει το Α νοουμένου θα είχε ικανοποιητική διευθέτηση για το Β.  Αφού ζήτησαν πολλά, τελικά δέχθηκαν περίπου τα ¾ της Χερσονήσου της Καρπασίας με κυριαρχία. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν δέχθηκε και πρότεινε μικρότερη περιοχή και εναλλακτικά μια μικρή περιοχή κοντά στο Κάβο Γκρέκο με lease (ενοικιαγορά) μεταξύ 25 και 40 χρόνια και είναι σ΄αυτό το σημείο που διεκόπησαν οι συνομιλίες εφόσον η ελλαδική πλευρά δεν μπορούσε να πείσει τους Ελληνοκύπριους να δεχθούν τέτοια λύση. Είναι βέβαια σημαντικό να τονιστεί ότι οι ιθαγενείς, οι Ελληνοκύπριοι είχαν αποκλειστεί  από την διαπραγμάτευση εκείνη. Ο Πρόεδρος Μακάριος δημόσια είχε δηλώσει ότι δεν θα δεχόταν τέτοια λύση και, όταν τα σχέδια Άτσεσον διέρρευσαν πριν την ώρα τους, ο Πρόεδρος Μακάριος δήλωσε ότι τα απέρριπτε και δεν θα δεχόταν Ένωση με τέτοιους όρους. Είναι σημαντικό, να λεχθεί ότι οι επιθέσεις στα Κόκκινα την 5η Αυγούστου που οδήγησαν στην τουρκική επέμβαση, (νοείται τους τουρκικούς βομβαρδισμούς της Τυλληρίας), ξεκίνησαν  σκόπιμα από τους Ελληνοκύπριους ακριβώς την ώρα που υπήρχε κάποια ελπίδα οι προτάσεις του Άτσεσον να γίνουν δεκτές από τις δύο κυβερνήσεις Ελλάδας και Τουρκίας… Μετά το ναυάγιο στη Γενεύη ο νέος μεσολαβητής κ. Γκάλο Πλάζα που διορίστηκε στις 28 Σεπτεμβρίου 1964 στοχεύει να καταθέσει δικές του προτάσεις…»  (DEFE 11/459).

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω, ότι έστω και να εξασφάλιζε η Ελληνική  Κυβέρνηση την σύμφωνη γνώμη της Κυπριακής Κυβέρνησης, είναι αμφίβολο αν θα μπορούσε να επιτευχθεί η ατόφια Ένωση δυστυχώς.  Οι Τούρκοι δεν επρόκειτο να εγκαταλείψουν τα σχέδιά των για το νησί επομένως ούτε και οι  Βρετανοί οι οποίοι ήσαν άμεσα δεσμευμένοι μαζί τους με κρυφές συμφωνίες από τις οποίες δεν μπορούσαν να αποδεσμευθούν λόγω των δικών τους συμφερόντων και επιπλέον λόγω της Σοβιετικής αντι-ενωτικής στάσης που ακολουθούσε το ΑΚΕΛ στην Κύπρο αλλά και του γεγονότος ότι οι Αμερικανοί δραματικά δεν είχαν σχέδιο Β, και στο πιθανότερο ενδεχόμενο η Κύπρος θα έμενε όπως είπε ο Μπόλ, σε ένα φοβερό χάος…

Η γνώμη μου,  αφού μελέτησα βαθύτερα το θέμα,  ότι ούτε ο Γεώργιος Παπανδρέου ούτε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ενέργησαν προδοτικά. Ένας οφείλει, μελετώντας εκείνα τα γεγονότα να τα αξιολογήσει κάτω από το πρίσμα των τότε πολιτικών καταστάσεων, του άκρατου διπολισμού από αμφότερες τις πλευρές, που δεν υπολόγιζε τους ιθαγενείς αλλά ψυχρά τα δικά του σωστά ή λανθασμένα συμφέροντα και πολιτικές. Δεύτερον, η Ελλάδα και ο Γεώργιος Παπανδρέου βρισκόντουσαν ασφυκτικά κάτω από την  επιρροή των Αμερικανών πολύ νωρίς ακόμα μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και το Σχέδιο Μάρσιαλ για βοήθεια ανοικοδόμησης της χώρας, εξού και  ο τότε Αμερικανός πρέσβης Henry Richardson Labouisse, Jr υπήρξε ο κατ΄εξοχήν υπεύθυνος αμερικανός αξιωματούχος για την υλοποίηση του Σχεδίου.

Τρίτον, ο  Αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν ήταν πολιτικός, ήταν ο λάθος άνθρωπος στην προεδρία ενός νέου κράτους, προωθήθηκε από τους Βρετανούς που τον προτίμησαν από τον Γεώργιο Γρίβα γιατί πίστευαν ότι μπορούσαν να τον επηρεάζουν, δεν είχε καμία γνώση της αποικιακής βρετανικής πολιτικής και δυστυχώς άρχισε από πολύ νωρίς να κάνει σοβαρά λάθη που εκμεταλλεύονταν οι Βρετανοί…

Εκείνο που κρατώ από όλη αυτή την αποτυχημένη διαπραγμάτευση είναι η επισήμανση του Βρετανού Πρέσβη προς το Φόρειν ΄Οφις 18 Αυγούστου: «Ελπίζω οι δύο κυβερνήσεις μας να μην απορρίψουν την ιδέα πλήρως, ίσως σε κάποια φάση να μην έχουμε άλλη επιλογή από ένα ελληνικό πραξικόπημα για να εμποδίσουμε μια Κούβα της Μεσογείου»…

Σύμφωνα με αποδεσμευμένα επίσημα έγγραφα, στο Φόρειν ΄Οφις την έλαβαν σοβαρά υπόψη (σχετικά αποκαλυπτικό έγγραφο Σεπτεμβρίου 1964)  και έγινε ο σχεδιασμός για το… 1974.   Ο στόχος δεν ήταν πλέον για να  εμποδιζόταν μια Κούβα της Μεσογείου,  αλλά για να άλλαζε το στάτους της Κυπριακής Δημοκρατίας με δύο ξεχωριστές ομόσπονδες περιοχές όπως απαιτούσαν πάντοτε οι Τούρκοι από το 1956/57 μέσω της ρατσιστικής Διζωνικής Δικοινοτικής Ομοσπονδίας, κατά ομολογία και του Τζέιμς Κάλλαχαν στην Μικτή Κοινοβουλευτική Επιτροπή του Βρετ. Κοινοβουλίου τον Ιανουάριο του 1976.  Ο  πρώτος δε σχεδιασμός για δύο συνιστώντα κράτη, (two constituent states, one for the Greek Cypriots and the other for the Turkish Cypriots)  που συζητούνται αυτή τη στιγμή και πιο πριν με το απορριφθέν Σχέδιο Ανάν , έγινε στο Φόρειν ΄Οφις στις 3 Ιανουαρίου 1964 κατόπιν συνάντησης με τον Τούρκο ΥΠΕΞ  Feridun Kemal Erkin…

Ομιλία Φ.Α Λεμεσός 4.11. 2016

© Fanoulla Argyrou.

This entry was posted in Cyprus Problem and tagged . Bookmark the permalink.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s